
Αν είναι ένα πράγμα που μου άρεσε πάντα στις γιορτές ήταν τα κάλαντα. Ανυπομονούσα να ξημερώσει και ν' αρχίσει να χτυπάει το κουδούνι, να έρθουν παιδάκια να μου τα πουν. Και άνοιγα σε όλους όσους μου χτυπούσαν, ακόμα και στους σκουπιδιάρηδες, γύφτους, κλαρίνα και σε οποιονδήποτε μου χτυπούσε την πόρτα. Αν ήταν τρομερά παράφωνοι τους έδινα γρήγορα τα λεφτά γιά να μην βανδαλίζουν άλλο τ' αυτιά μου. Ετσι με είχαν μάθει οι γονείς μου, να δίνω σε όλους και κυρίως τα Χριστούγεννα. Επειδή εμείς είμασταν τυχεροί που είχαμε κι' επειδή υπήρχε τόσος κόσμος που δεν είχε.
Ναι, τ' αγαπάω τα κάλαντα. Κυρίως επειδή μου θυμίζουν τον πατέρα μου, που μας έπαιρνε και μας πήγαινε σε όλο το σόι και τους συνεργάτες του να τα πούμε. Αρχίζαμε από το σπίτι της γιαγιάς της Ευδοκίας και συνεχίζαμε στις αδελφές του, στην νονά μου την Ματούλα, στην θεία την Κατίνα, στην θεία την Πόπη, στην θεία την Μπιμπί που ήταν παιδίατρος και με είχε σώσει από καλπάζουσα βροχοπνευμονία. Μετά πιάναμε την οικογένεια της μαμάς αρχίζοντας από τον παππού τον Παύλο και μετά τις αδελφές του, την θεία την Βαγγελία με την ωραία αυλή και τα δίδυμα που έλεγαν αστεία, την θεία την Νικολέττα και την θεία την Ελένη που χήρες πλέον συζούσαν και ξεκαρδιζόμασταν να τις ακούμε να τσακώνονται όλη την ώρα, την θεία την Μαίρη που ήταν απίστευτα καλή με όλα τα παιδιά επειδή δεν είχε δικά της. Και ήταν ο κήπος της πάντα γεμάτος τριαντάφυλλα, χειμώνα καλοκαίρι, και φεύγαμε με ένα μεγάλο μπουκέτο κάθε φορά. Αυτή η εικόνα μου έχει μείνει από εκείνη. Ευμάρεια και τριαντάφυλλα. Και δεν μιλώ γιά το σπίτι της, που δεν ήταν τόσο σπουδαίο αλλά γιά τον χαρακτήρα της και την καρδιά της. Ηταν στριμένη έλεγε η μαμά μου, αλλά εγώ ποτέ μου δεν την είδα έτσι. Η αλήθεια είναι ότι μου είχε μία αδυναμία.
Ναι τ' αγαπούσα τα κάλαντα, επειδή ήταν μέρες αγάπης. Ξεκινούσαμε το πρωί και τελειώναμε το απόγευμα. Και είχα μαζέψει πολλά λεφτά, υπερβολικά πολλά γιά ένα παιδί. Και μας είχαν μάθει γιά την αποταμίευση στο σχολείο και δεν χαλούσα φράγκο. Πήγαινα και τα έδινα όλα στον πατέρα μου να μου τα φυλάξει γιά όταν μεγαλώσω να φτιάξω την προίκα μου. Αυτό πάλι ήταν μάθημα της μαμάς η οποία μου μάζευε λεπτοδουλεμένα τραπεζομάντηλα κεντητά, σεντόνια λινά και χιονάτες πετσέτες από τότε που ήμουν δύο χρονών. Και είχαμε ένα πατάρι γεμάτο με την προίκα μου. Και είχα απ' όλα, όπως έλεγε η μαμά. Ποδιές γιά την κουζίνα, γαντάκια, πετσέτες ζωγραφισμένες στο χέρι, δαντέλες και σεμέν και μία υπέροχη πλεκτή κουβέρτα με απλικαρισμένα τριανταφυλλάκια που πολύ την θαύμαζα. Ανυπομονούσα να μεγαλώσω γιά να έχω διπλό κρεββάτι γιά να την στρώνω.
"Εγώ την προίκα μου την μάζευα από παιδί που μου έδινε ο πατέρας μου χαρτζηλίκι" έλεγε πάντα η μαμά "και δεν είμασταν και πλούσιοι. Και όταν ήρθε η ώρα να παντρευτώ τα έχασαν η γιαγιά σου και οι θείες σου. Μα όλα τα έχει, έλεγαν" περήφανη που είχε εντυπωσιάσει τις αδελφές του πατέρα μου, που η αλήθεια είναι ότι λίγο σνομπ ήταν.
Μου άρεσαν οι γιορτές και είχα σκοπό να ακολουθήσω όλες τις παραδόσεις όταν θα γινόμουν μεγάλη και θα είχα το δικό μου σπιτικό. Και θα γινόμουν τρομερή νοικοκυρά, και θα έφτιαχνα κουραμπιέδες και μελομακάρονα όπως η θεία η Βιβή. Μόνο που εγώ δεν θα έβαζα ανθόνερο στους κουραμπιέδες γιατί είχαν απαίσια γεύση, αλλά δεν τόλμησα ποτέ να της το πω γιατί θα την πλήγωνα. Και την λάτρευα την θεία την Βιβή.
Και μετά ήταν τα δώρα. Είχαν καμιά σαρανταριά βαφτιστήρια οι γονείς μου, συν τα παιδιά των εργατών του εργοστασίου, μία ολόκληρη μέρα την περνούσαμε διαλέγοντας δώρα γιά άλλα παιδάκια. Πολύ με τσάντιζε αυτό. Κυρίως επειδή έπρεπε να πάρω ένα μόνο πράγμα ή και κανένα μερικές φορές γιά να μην κακομάθω. Και με πήγαιναν στον παράδεισο, έτσι έβλεπα το μαγαζί του θείου του Βάσου του Μπογιατζάρα στον Πειραιά. Ενας παράδεισος από παιχνίδια! Και μετά πηγαίναμε να παραγγείλουμε τις γαλοπούλες γιά τους εργάτες, και μετά τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα και τα τσουρέκια. Και Θεέ μου πως μύριζε εκείνο το ζαχαροπλαστείο, σου ερχόταν να ορμήξεις στις προθήκες γιά ν'ανακαλύψεις τι είναι αυτό που μυρίζει έτσι. Και μετά πηγαίναμε με την μαμά να διαλέξουμε καλάθια γιά τους συνεργάτες του μπαμπά. Εδινε ο πατέρας μου, όπου και όπως μπορούσε. Και τον θαύμαζα απεριόριστα γι' αυτό. Και δεν ξεχνούσε κανέναν, ούτε την εκκλησία, ούτε τα δώρα των τροχονόμων, μία ολόκληρη λίστα από ανθρώπους που έπρεπε να φροντίσει.
Ηταν ωραίες τότε οι γιορτές. Είχαμε τόσα πολλά, και δεν μιλώ γιά υλικά αγαθά, τόσοι πολλοί άνθρωποι που πλέον δεν υπάρχουν και τόση πολλή αγάπη. Πόσο διαφορετικό είναι το σήμερα με τους ψυχρούς κι' αδιάφορους καταναλωτές. Γιατί δεν είμαι διόλου σίγουρη πιά αν έχει μείνει πιά κάτι ανθρώπινο σε όλους μας.
Υπάρχουμε μόνο γιά να καταναλώνουμε άραγε;
Εγραψα ένα παράπονο στο facebook. Πως εδώ στας εξοχάς δεν υπάρχει κανείς να μου πει τα κάλαντα. Και κάθε χρόνο βάζω κάποιον να μου τα τραγουδήσει από το τηλέφωνο. Και φέτος με φρίκη συνειδητοποίησα ότι έχω ξεχάσει τα λόγια! Τελικά διάβασε την επιθυμία μου η ξαδέλφη μου η Σίσσυ και έβαλε τον γιό της τον Μάριο να με πάρει τηλέφωνο. Χωρίς τρίγωνο αλλά χάρηκα τόσο πολύ! Καταλήξαμε να τα τραγουδάμε μαζί τελικά.
Ο αδελφός μου κι' εγώ να τραγουδάμε τα κάλαντα. Κι' ο μπαμπάς να μας συνοδεύει. Το χαμόγελο του. Εμοιαζε με τον ήλιο όταν χαμογελούσε. Τόσο φωτεινός!
Φάγαμε στης μαμάς τα Χριστούγεννα. Και αυτή την φορά πήγα αδιαμαρτύρητα. Χωρίς να φοβάμαι πως θα καταλήξει σε ένα φιάσκο αρχαία ελληνική τραγωδία. Η μαμά μου είναι πολύ πιό συγκαταβατική τελευταία και δεν με προκαλεί. Και γιά πρώτη φορά αγκάλιασα τον αδελφό μου με λαχτάρα. Η Μάρσα έλειπε γιά σκι στην Βουλγαρία και δεν είχα κανέναν ν' ανταλλάξουμε εξυπνάδες στο τραπέζι. Δεν με πήρε να μου ευχηθεί ούτε γιά τα Χριστούγεννα, ούτε γιά την γιορτή μου και πληγώθηκα. Πόσο αδιάφορη γίνεται...
Υπάρχουμε γιά ν' αγαπάμε.
4 σχόλια:
Χρόνια Πολλά, Ελληνίδα!
Καλή Χρονιά, με αισιοδοξία πάνω από όλα. Πού θα την βρεις; Παντού... αρκεί να το θελήσεις τελικά. Ή μήπως δεν είναι τόσο απλό; Μακάρι να είχα την απάντηση.
Αν σκεφτείς ότι κι εγώ ΔΕΝ έφαγα στρυχνίνη...κάποια πράγματα μάλλον καλυτερεύουν!!!!
Καλή Χρονιά γλυκιά μου!
Περαστικέ μου
Καλή χρονιά. Είθε να σου φέρει αυτά που επιθυμεί η ψυχή σου. Γαλήνη και αρμονία νομίζω.
Χουανίτα μου
Αυτό αναρωτιόμουν κι' εγώ. Που στην ευχή πήγε η αισιοδοξία μου και πως θα την φέρω πίσω. Δύσκολο σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς που όλοι μοιάζουμε να πάσχουμε από εθνική κατάθλιψη. Κάθε χρόνο και χειρότερα θα είναι τελικά;
Γοργονί μου
Είδες εξελίξεις; Απίστευτο ε;
Εμένα η δικιά μου μάλλον επειδή είδε πόσο χάλια ήταν αυτή η χρονιά και συνειδητοποίησε πως οι ανοχές και οι αντοχές τέλος.
Η δικιά σου ίσως συνειδητοποίησε το πόσο της στάθηκες στις δύσκολες ώρες. Είσαι ένα αντζελούδι τελικά μωρό μου. Πάντα το ήξερα.
Καλή χρονιά. Την αγάπη μου σε όλους.
Δημοσίευση σχολίου