Ομορφη μέρα περάσαμε σήμερα. Μόνο που είχε εντελώς πικρή κατάληξη. Είχε έρθει η φίλη μου η Αννα να περάσει την μέρα μαζί μας. Αναπόφευκτα η συζήτηση ήρθε γύρω από τα γεγονότα της επικαιρότητας.
"Μ' ενοχλούν αφάνταστα αυτοί που καίνε" της είπα " δεν το ανέχομαι. Οπως μ' ενοχλούν αυτοί που αφήνουν να μας καίνε."
Είμαι από εκείνους που πιστεύουν πως οι φωτιές και οι καταστροφές δεν οδηγούν πουθενά. Πάντα πίστευα πως η βία δεν είναι λύση. Και πόναγε η ψυχή μου κάθε φορά που έβλεπα φθορά περιουσίας, δημόσιας και ιδιωτικής. Και θύμωνα. Επειδή έχω καταστραφεί και ξέρω πως είναι. Επειδή σέβομαι τον κόπο του άλλου.
"Λυπήθηκα γιά τον αστυνομικό ρε γαμότο. Κι' αυτός παιδί είναι. Ενα επάγγελμα κάνει".
Τι επάγγελμα όμως; Που τους δίνουν ένα όπλο και έναν αέρα εξουσίας και θέλουν να γ.... τον κόσμο όλο. Ισως δεν είναι έτσι όλοι αλλά η αποψινοί που γνώρισα αυτό το πρόσωπο μας έδειξαν.
Πάντα έβλεπα τον κόσμο γύρω μου μέσα από ένα πρίσμα συμπόνιας. Και ήμουν φανατικά ενάντια της βίας. Μ' έπιανε το στομάχι μου. Και ήταν πεποίθηση ζωής. Ημουν. Δεν είμαι πλέον.
Μέσα σε λίγες ώρες άλλαξα γνώμη.
Ο Μιχάλης έζησε στην Ελβετία 33 χρόνια. Είναι ο τυπικός Ελβετός ο νομοταγής που θ'ακολουθήσει την άσπρη γραμμή ακόμα κι' όταν οι άλλοι εγκαταλείψουν, ακόμα κι' αν γύρω του πέφτουν βόμβες. Είναι η ανατροφή και ο χαρακτήρας του. Ποτέ του δεν έχει περάσει με κόκκινο, ούτε που θα του πέρναγε από το μυαλό να το κάνει. Και όπως έχω ξαναπεί είναι και τα ζώα μου αργά. Ζώνες φοράμε μόλις μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, πριν καν βάλει μπρος την μηχανή.
Πήγαμε την Αννα στο λιμάνι και γυρνούσαμε σπίτι. Πίσω μας ένα περιπολικό μας κάνει σήμα να σταματήσουμε. Σταματάμε αμέσως και κοιτάμε απορημένοι τον αστυνομικό που έρχεται στο παράθυρο του οδηγού. Ψιλοφοβισμένος έμοιαζε ο νεαρός αστυνομικός. Κι' εμείς δεν είχαμε ιδέα τι στο καλό είχαμε κάνει γιά να μας σταματήσουν. Φανταστήκαμε πως θα ήταν γιά κάποιον έλεγχο. Ζήτησαν από τον Μιχάλη να βγει από το αυτοκίνητο και να τους ακολουθήσει στο περιπολικό.
Μετά από λίγα λεπτά άκουσα θόρυβο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μας. Βγαίνω έξω και βλέπω τον άλλον αστυνομικό να έχει σκύψει.
"Θα ήταν πιό εύκολα αν χρησιμοποιούσατε το κλειδί" του είπα πριν πλησιάσω και δω τι κάνει. Επ' ουδενί δεν φανταζόμουν ότι μας αφαιρούσε τις πινακίδες. Νόμιζα πως προσπαθούσε ν' ανοίξει το πορτ μπαγκάζ. Κι΄εκεί πληροφορούμαι πως περάσαμε με κόκκινο. ΜΕΓΑ ΨΕΜΑ.
Εκπληκτη πλησίασα το περιπολικό και είδα τον Μιχάλη σαν δαρμένο σκυλί να δέχεται αδιαμαρτύρητα τα όσα διαδραματίζονταν. Φούντωσα. Μιά ζωή τον αδικούν ΟΛΟΙ και ποτέ δεν ζητάει το δίκιο του. Επειδή έχει μιά έμφυτη ευγένεια ή ηττοπάθεια; Επειδή πιστεύει πως δεν θα το βρει, λέει.
Ζήτησα ευγενικά να μην μας αφαιρέσουν τις πινακίδες. Μετά παρακάλεσα κιόλας. Ικέτευσα.Του είπα ότι μένουμε στην ερημιά, ότι η συγκοινωνία με λεωφορεία είναι σχεδόν ανύπαρκτη (θα το ήξερε φαντάζομαι αλλά δεν τον ένοιαξε), ότι έχω θέμα υγείας, ότι είμαι εγχειρισμένη και ότι το αυτοκίνητο μας είναι απαραίτητο όχι μόνο γιά να πηγαίνει ο Μιχάλης στην δουλειά αλλά και γιατί πρέπει να επισκέπτομαι το νοσοκομείο.
Και φυσικά του είπα ότι επ' ουδενί δεν περάσαμε με κόκκινο.
Κι' ο τύπος προσπαθούσε να βρει και άλλες παραβάσεις γιά να αυξήσει το ποσό της κλήσης.
Επειδή διαμαρτυρήθηκα ή επειδή είναι η εισπρακτική πολιτική;
Είχα ακούσει ότι έχει συμβεί και σε άλλους κατά καιρούς. Να τους σταματάνε γιά δήθεν κόκκινο και να τους γράφουν και γιά ότι άλλο κάτσει. Ετσι, επειδή χρειάζονται λεφτά ή επειδή χρειάζονται έναν πολίτη να βγάλουν ο θεός ξέρει τι απωθημένα. Η επειδή πρέπει να κόψουν ένα άλφα αριθμό κλήσεων καθημερινά.
Κι' εκεί έχασα τον έλεγχο. Μου την έδωσε η απανθρωπιά και η αδιαφορία τους. Κι' απομακρύνθηκα λέγοντας
"Μέχρι το μεσημέρι θύμωνα που σας καίγανε. Τώρα σκέφτομαι πως δίκιο έχουν τελικά".
Και τα πήραν άγρια και άρχισαν να μουτζουρώνουν την κλήση και να προσθέτουν παραβάσεις. Και μετά να λένε και πως δεν φορούσα ζώνη, το ΜΕΓΑ ΨΕΜΑ νούμερο δύο. Και τους άκουσα να υπολογίζουν τους πόντους ώστε να βγουν αρκετοί γιά να του πάρουν το δίπλωμα. Εκαναν τις προσθαφαιρέσεις μπροστά μας πάνω στο καπώ του περιπολικού!
" Με μένα να τα βάλετε" τους είπα " Πηγαίνετε με και μέσα δεν έχω πρόβλημα. Μην τα βάζετε μ' έναν αθώο που δεν σας έκανε τίποτα, ούτε καν διαμαρτυρήθηκε"¨.
Τελικά μας απείλησαν ότι θα πάρουν και το κλειδί του αυτοκινήτου, δεν το πήραν τελικά. Ανέβαζαν όμως συνεχώς την κλήση ώσπου την πήγαν στα 1075 ευρώ!
Ναι, ΧΙΛΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΕΥΡΩ! Και ούτε ξέρουμε γιά ποιές παραβάσεις τον έχουν γράψει! Το θεώρησαν περιττό να μας ενημερώσουν. Συν αφαίρεση διπλώματος γιά 60 ημέρες και αφαίρεση πινακίδων γιά 20, ενώ είχε πει 6 μέρες στην αρχή.
Πονάει η αδικία. Καίει τα σωθικά σου και τρελλαίνεσαι. Και ξαφνικά περνάει όλη η ζωή σου μπροστά απ' τα μάτια σου. Ολη η αδικία που έχεις υποστεί σ' αυτή τη χώρα από την ώρα που γεννήθηκες μέχρι σήμερα. Ολες τις δημόσιες υπηρεσίες που σ' έχουν βασανίσει, όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις που σ' έχουν ληστέψει με τους φουσκωμένους λογαριασμούς που δίκιο δεν βρίσκεις ποτέ, το ανθρωποφάγο κράτος που μόνιμα τιμωρεί τους πολίτες γιά το παραμικρό και ποτέ τους εκπροσώπους του που κακομεταχειρίζονται τον πολίτη, την έλλειψη ποιότητας ζωής, την έλλειψη σεβασμού και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ολα τα έχω υποστεί και όλα πονάνε οταν αγαπάς την χώρα σου. Το χειρότερο όμως είναι η έλλειψη δικαιοσύνης. Να πηγαίνεις στα δικαστήρια, να έχεις δίκιο και να μην το βρίσκεις. Η τράπεζα μας πήρε τα πάντα και μας κατέστρεψε την ζωή. Εχω υποστεί εκβιασμούς, εξευτελισμούς και ψυχική οδύνη. Κι'αν κάποιοι σήμερα τα γνωρίζουν μέσα από τις εισπρακτικές εταιρίες, εμείς τα γνωρίσαμε από τους ίδιους τους τραπεζιτικούς πρώτο χέρι χρόνια πριν. Αψυχα καθάρματα, δεν τους φτάνει το αίμα σου, πρέπει να σε τρομοκρατήσουν κιόλας.
Εκλαιγα γοερά επιστρέφοντας σπίτι και δεν μπορούσα να σταματήσω.
"Θέλω την ζωή μου πίσω!" επαναλάμβανα συνέχεια στον Μιχάλη. Δεν το αντέχω πιά το άδικο. Δεν το αντέχω. Μ' έχει γ... αυτή η χώρα, μου έφαγε την ζωή. Θέλω να φύγω και να μην ξαναπατήσω. Εγώ που την λάτρευα. Δεν υπάρχει τίποτα πιά, καμιά αξία. Μόνο κλεψιά, αλητεία και άδικο. Δεν θέλω πιά να ζω εδώ.
Νομίζω πως κλείσαμε πλέον. Ολα τα είχα υποστεί πλην της αστυνομικής τρομοκρατίας. Ψυχολογική βία είναι. Κι' αισθάνομαι ακόμα μιά φορά σαν να με έχουν κακοποιήσει. Και κλαίω από την οργή και έχει πάει πέντε το πρωί και δεν μπορώ να κλείσω μάτι.
Και από αύριο όταν θα βλέπω να καίνε οι κουκουλοφόροι θα λέω " Μπράβο ρε, ρίχτε μιά μολότωφ και γιά μένα" και θα χαίρομαι. "Κάφτε τα όλα ρε. Κι' εγώ μαζί σας είμαι".
Μου μένει να γνωρίσω την ταπείνωση της φυλακής. Γιατί όλες τις άλλες τις βίωσα. Και μετά από αυτή την υπέρογκη κλήση (το ποσό το μάθαμε φτάνοντας σπίτι γιατί ούτε γι' αυτό είχαμε ενημερωθεί) γιά ένα λυπάμαι και μετανοιώνω. Που δεν έβρισα τα όργανα, που δεν τα χτύπησα, που δεν κλώτσησα το περιπολικό. Ενα μπάτσο στον μπάτσο ρε γαμότο κι' ας φάω ισόβια!
Κι' απορώ. Είμαι εγώ αυτή; Που μας έχουν φτάσει οι καταστάσεις; Πως να διαχειριστείς αυτή την οργή που έχει ξεχειλίσει πιά; Αυτή την παντελή έλλειψη ελπίδας; Τόσο καιρό είχα μεικτά συναισθήματα αλλά πως να μην κατανοήσεις τους εξεγερμένους;
Αει στο διάολο ρε καθίκια, να πω κι' άλλα, να πω και τα ονόματα σας (αρνήθηκαν να μας τα πουν, είναι πάνω στην κλήση είπαν, αν μπορεί κανείς να τα διαβάσει θα γίνω Πάπας) κι' ελάτε πιάστε με. Δεν πιστεύω πιά σε τίποτα. Η Ελλάδα έχει πεθάνει πιά γιά μένα έτσι που την καταντήσατε.
Κι' αν οι δύο νεαροί είδαν τον εχθρό στο πρόσωπο δυό φιλήσυχων σαραντάρηδων που οδεύουν προς τα πενήντα, που ποτέ τους δεν πετάνε ένα σκουπίδι στην άσφαλτο, που καθαρίζουν τις ακτές απ΄τα σκουπίδια, που βοηθάνε όποιον έχει ανάγκη, τότε γιατί να μην δω κι' εγώ σ' αυτούς όλους τους δημόσιους λειτουργούς και τους πολιτικούς που μας εμπαίζουν, απαξιώνουν, καταληστεύουν καθημερινά χρόνια τώρα. Η εξουσία που με εκβιάζει με το μπλοκάκι των κλήσεων.
Πόση χυδαιότητα! Αει στο διάολο ρε. Κτήνη! Κομπλεξικά γουρούνια που εξαντλήσατε την σκληρότητα σας πάνω μας. Αει στο διάολο κοθώνια.
Ο Μιχάλης πολύ πληγωμένος κι'εκείνος έπεσε και κοιμήθηκε σιωπηλός. Εγώ ειλικρινά δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Είμαι έξω φρενών και πονάω. Θέλω το δίκιο μου και θέλω να το απαιτήσω. θα ήθελα να κάνουμε μήνυση. Δεν πιστεύω πως θα βρούμε το δίκιο μας. Είναι ο λόγος μας απέναντι σε δύο αστυνομικούς, αλλά αν κάποιος μπορεί να με βοηθήσει και να μου πει τι μπορώ να κάνω, θα ήμουν ευγνώμων.
Θα ήθελα να μπορούσα να ελπίσω σε κάτι. Και μετά σκέφτομαι την ζαρντινιέρα. Ολοι είδαμε στους δέκτες μας την ζαρντινιέρα να σηκώνεται και να πλακώνει στο ξύλο τον φοιτητή...
Εγινε η αστυνομία ο εχθρός του πολίτη τελικά;
Α ρε Ελλάδα μιά σκέτη πληγή είσαι.