
"Πως είσαι;" την ρώτησα.
"E, πως να είμαι;" μ' εκείνο το ύφος του θύματος που προσπαθεί να σε γεμίσει ενοχές. "Ας τα λέμε καλά. Εσύ πως είσαι; Συνήλθες καθόλου;".
Κι' έχωσα τα νύχια στις παλάμες μου γιά να μην απαντήσω. Επειδή την τελευταία φορά που ήρθε μου δηλητηρίασε ακόμα μιά φορά την ζωή. Δεν έκανα υπομονή. Από πέρισυ που είπα ότι θ' αφήσω ελεύθερη την τίγρη, βγάζω νύχι με την πρώτη ένδειξη. Δεν είμαι πιά ο ίδιος άνθρωπος.
"Σαν δαιμονισμένη έκανες" συνέχισε τον μονόλογο της.
Σαν δαιμονισμένη δεν θα το έλεγα αλλά φώναζα. Και πάλι δεν παρεκτράπην να πω όσα ίσως θα έπρεπε. Σκέφτομαι την ηλικία της. Σκέφτομαι το ανεύρυσμα. Σκέφτομαι ότι δεν πρέπει επ' ουδενί να γίνω σαν εκείνην. Δεν έχει νόημα πιά, δεν θ'αλλάξει τίποτα και επιτέλους μου φαίνεται πως το πήρα απόφαση. Οταν είμαι κάτω θα με πατήσει να πάω λίγο ακόμα παρακάτω.
"Και στο κάτω κάτω σιγά την αρρώστεια..."
Σερνόμουν την τελευταία φορά που ήρθε, όπως σέρνομαι όλο το καλοκαίρι. Δεν έχω συνέλθει ακόμα και η ζέστη με εξάντλησε ακόμα περισσότερο. Την είδα ότι ήταν φορτωμένη από την μέρα που ήρθε. Αρχισε να μου κατηγορεί τους πάντες και μετά τον Μιχάλη. Μου την έδωσε. Ο Μιχάλης μπορεί να έχει τα δικά του αλλά μου στάθηκε τόσο πολύ που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να του τα ξεπληρώσω ποτέ. Ο Μιχάλης μου έφερνε το φαγητό στο κρεββάτι, ο Μιχάλης με έκανε μπάνιο και με έλουζε, μου ξεμπέρδευε τα μαλλιά όταν δεν μπορούσα να κουνήσω τα χέρια μου, ο Μιχάλης έκανε αλλαγές στις πληγές μου δυό φορές την ημέρα, ο Μιχάλης... με σκούπιζε όταν πήγαινα τουαλέτα!!! Στην ζωή μου δεν έχω ντραπεί πιό πολύ, κι' αυτό ήταν κάτι που μου κόστισε αφάνταστα, και ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω εγώ σε άλλον άνθρωπο. Και κάθε φορά που χρειαζόταν να το κάνει ήθελα να πεθάνω. Δεν νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερος εξευτελισμός. Χάνεις εντελώς την αξιοπρέπεια σου.
Πως τολμάει να μου μιλάει γιά τον Μιχάλη; Ο Μιχάλης ήταν εδώ. Εσύ που ήσουν μητέρα; Δεν έβλεπες την ώρα να φύγεις. Δεν έβλεπα την ώρα να φύγεις. Επειδή κάθε φορά η συμβίωση είναι ένα μαρτύριο αφόρητο. Και τελικά εσύ με κάνεις χειρότερα με την "φροντίδα" σου.
Είχαμε μέρες να μιλήσουμε και ήμουν καλά. Τώρα πρέπει να υποστώ πάλι τα τυπικά, το καθημερινό τηλεφώνημα, την προσπάθεια δημιουργίας ενοχών, τα παράπονα, τις κακίες, το διαίρει και βασίλευε και τέλος τις συμβουλές. Της ζήτησα ακόμα μιά φορά να μην επεμβαίνει.
"Εγώ επεμβαίνω; Μα δεν σου είπα τίποτα; Την γνώμη μου σου είπα. Δεν θες ν' ακούς την γνώμη μου;"
Οχι δεν θέλω ν' ακούω την γνώμη της, ούτε τις συμβουλές της, κι' ακόμα περισσότερο το δηλητήριο της. Η πλάκα είναι ότι τα ξεχνάει ή σου λέει τα εντελώς αντίθετα, δεν θέλει να σου χαλάσει και εντελώς τις σχέσεις, απλά να τις κάνει γλυκόπικρες. Οπως την αγάπη της. Πότε γλυκειά, πότε πικρή, πότε οδυνηρή, κατήντησε πιά ανεπιθύμητη.
"Μα εγώ δεν είπα τίποτα και σου ορκίζομα πως δεν θα ξαναπώ τίποτα".
Και η αμέσως επόμενη πρόταση είναι ακόμα μιά διαταγή. Αν δεν εισακουστεί θα πληρώσετε τις συνέπειες.
Δεν θέλω πιά να μ' αγαπάς μητέρα.