Παρασκευή, Φεβρουάριος 26, 2010
με παρέσυρε το ρέμα
Αυτό το τραγούδι πάντα μου άρεσε γιά τον συγκεκριμένο στίχο (τα άλλα ούτως ή άλλως δεν με αφορούν). Τελικά αυτή η φυγή δεν ήταν αρκετή, έχω ανάγκη να πάω πιό μακριά, κάπου ασύλληπτα μακριά, κάπου που να μπορούσα να αναισθητοποιηθώ και να μην μ' αγγίζει τίποτα. Γαμότο πως το καταφέρνουν αυτό;
Πήγα στο σπίτι χθες, γιατί τόσες μέρες μένω στον Νικόλα. Η υποδοχή από το πεθερικόν ήταν απίστευτα εγκάρδια. Βέβαια μου βγήκε και μένα αυθόρμητα μιά αγάπη. Την έσφιγγα και της έλεγα μάμυ, μάμυ. Δεν ξέρω πως, αλλά μου βγήκε. Την είδα μόνη κι' απροστάτευτη σ' εκείνο το μεγάλο κτήμα, είδα την χαρά στα μάτια της γιατί φίλους έχει ελάχιστους. Μπορεί να περάσουν μέρες πολλές χωρίς να την επισκεφτεί κάποιος, έτσι κανονίζει να βγαίνει δυό φορές την εβδομάδα γιά ψώνια ενώ θα μπορούσε να τηλεφωνάει και να της τα φέρνουν στο σπίτι.
Τελικά πρέπει να δεις τον εαυτό σου στους άλλους γιά να καταλάβεις τι κάνεις στον εαυτό σου. Το τελευταίο διάστημα δεν έβγαινα καν από το σπίτι εκτός από τις φορές που με ξεσήκωσε ο Νικόλας. Και ειλικρινά δεν ξέρω αν ήταν η υγεία μου και αν εγώ προκαλώ όλες αυτές τις καταστάσεις στον εαυτό μου. Είχα κόψει μέχρι και το σουπερμάρκετ.
Φαντάσου εγώ έχω παραδοθεί στον θάνατο και η 79χρονη το παλεύει!
Βγήκα και περπάτησα στο κτήμα, ήταν ανθισμένη η μεγάλη αμυγδαλιά, είχα κάτσει και την κοιτούσα έκθαμβη. Το ηλιοβασίλεμα δεν ήταν λιγότερο εντυπωσιακό.
Ομορφιά χωρίς ψυχή, είχα γράψει κάποτε. Ετσι είναι. Θα ήθελα να μην είχα ψυχή. Ετσι απλά να την καταργούσα.
Γυρνούσα στο ξενοδοχείο και οι αναπόφευκτες σκέψεις. Να εδώ σκοτώθηκε. Σκεφτόμουν τις προπέρσινες διακοπές που έμαθα τον θάνατο του, τις περσινές που τον σκεφτόμουν συνέχεια προσπαθώντας να συνηθίσω την ιδέα πως δεν υπάρχει πιά. Θεέ μου, θα ξεχάσω ποτέ; αναρωτιόμουν συνέχεια.
Περπατούσα στα σκοτεινά χθες βράδυ και συνειδητοποίησα πως τελικά έρμαια είμαι. Εχω αφεθεί πάλι να με πάνε οι άλλοι όπου θέλουν και δεν μ' ενδιαφέρει τίποτα. Η ανάγκη μου να τακτοποιήσω τον Μιχάλη, λες και δεν μπορεί μόνος του. Να τον φέρω πίσω στην Πάρο γιά να είναι ασφαλής.
"Δεν ξέρω τι θα γίνει" του είπα "Δεν ξέρω τι θα απογίνω".
"Αν πάθεις κάτι, δεν την θέλω την ζωή μου" μου απάντησε.
Νοιώθω ότι όλα και όλοι με πιέζουν. Ο Νικόλας να σηκωθώ, η μαμά μου να με ρωτάει πόσο θα κάτσω, ο Μιχάλης να θέλει να γυρίσω. Ισως φταίω εγώ.
Δεν ξέρω τι θέλω, δεν θέλω τίποτα, κι' έχω αφήσει τους άλλους και με πάνε. Και δεν έχω όρεξη να ξεκινήσω μιά νέα ζωή. Θέλω μόνο να φύγω μακριά, όσο πιό μακριά γίνεται και να κοιμηθώ, να κοιμηθώ και όταν ξυπνήσω να μην είμαι τόσο κουρασμένη.
Την αγαπάω την Πάρο αλλά δεν ξέρω αν την θέλω πιά.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου