Tον Ulyssako μας τον έδωσε μιά φίλη μου Ολλανδέζα, η Σέλμα. Ητο δε αποτέλεσμα ατυχήματος, μιά στιγμή της ξέφυγε η πανέμορφη άσπρη σκυλίτσα της και γύρισε ολίγον έγγυος. Κατάφερε να δώσει μερικά, της είχαν ξεμείνει δύο κουτάβια και ήταν απελπισμένη. Τελικά παρακαλέσαμε τους γονείς του Μιχάλη να πάρουμε ένα δεύτερο σκυλί γιά να κάνει παρέα στο άλλο μας σκυλί, τον Οscar που είχε μείνει μόνος του μετά το τραγικό ατύχημα του Ulysses no 1 που τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο λίγες εβδομάδες πριν και είμασταν απαρηγόρητοι άνθρωποι και σκύλος.
Το κουταβάκι ήταν πανέμορφο όπως όλα τα κουταβάκια και έφερε χαρά στο σπίτι. Ο Οσκαρ τον υιοθέτησε αμέσως και τον παρακολουθούσαμε να τον μαθαίνει κόλπα του τύπου πως κλέβουμε τα σταφύλια από την κρεββατίνα ή τα απλωμένα αμύγδαλα γιά να στεγνώσουν στην ταράτσα ή πως κουνάμε την αχλαδιά να πέσουν τ' αχλάδια. Τελικά και τα δύο σκυλιά ήταν φρουτοφάγοι και μεγάλοι κλέφτες, δεν άφηναν φρούτο γιά φρούτο στα δέντρα, ένας αγώνας δρόμου ποιός θα προλάβει να τα μαζέψει.
Κι' ενώ ο Οσκαρ είχε πάντα μιά γλύκα και ένα στοχαστικό βλέμμα φιλόσοφου, ο Ulysses ήταν το χαζοχαρούμενο καλωσυνάτο παιδί της μαμάς και ήθελε πολλές αγκαλιές όπως όταν ήταν κουτάβι. Μόνο που είχε γίνει πολύ μεγάλος και πολύ βαρύς πλέον. Απορίας άξιον βέβαια γιατί το πεθερικόν, κατά την γνώμη μου, δεν τα τάιζε αρκετά. Εκλεβα κροκέτες από το αποθηκάκι και τους τάιζα κρυφά.
Και κάποια στιγμή τσακώθηκε ο Μιχάλης με τους γονείς του και φύγαμε από το σπίτι. Και μας έλειπαν αφόρητα τα σκυλιά. Και όποτε περνάγαμε έξω από το σπίτι ελπίζαμε να τα δούμε στην εξώπορτα. Και μερικές φορές πηγαίναμε και τα χαιδεύαμε. Πολύ με πονούσε αυτό. Κυρίως το παραπονεμένο βλέμμα τους.
Και μετά φύγαμε από την Πάρο και δεν τα ξαναείδαμε παρά μόνο αφού είχε πεθάνει ο πατέρας του Μιχάλη. Τα ξαναείδα όταν πήγαμε συνοδεύοντας το φέρετρο, γιατί τον πέρασαν από το σπίτι να το αποχαιρετίσει. Και τα σκυλιά έκαναν σαν τρελλά, κι' εγώ είχα σαπίσει στο κλάμα και όλοι νόμιζαν πως ήταν γιά τον Αντώνη (οκ ήταν και γιά τον Αντώνη) αλλά ήταν τόση η συγκίνηση μου που έβλεπα ξανά τα σκυλιά και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Κι' άκουσα κάποια Παριανή που έλεγε "είδες πως κλαίει η νύφη, θα τον αγαπούσε πολύ τον μακαρίτη". Και μετά έβλεπα και τον Χρήστο που κάνει μερικές φορές μεροκάματα στο σπίτι και ήταν φίλος του Αντώνη που είχε πέσει στο τσιμέντο και πήγε να κάνει θρηνωδία του στυλ "πατέρα μου που μας άφησες" (πατέρας του δεν ήταν αλλά το είπε έτσι γιά να δείξει πόσο δυνατό δεσμό είχαν), κι' εγώ τόση τραγωδία δεν την αντέχω και μ' έπιασε νευρικό γέλιο.
Το πόσο μελαγχολικά ήταν τα σκυλιά μετά τον θάνατο του Αντώνη (άλλωστε ήταν ο μόνος που τα χάιδευε πλέον αφού εμείς ζούσαμε πιά στην Αθήνα) ήταν κάτι που με συγκλόνισε. Πένθος στην κυριολεξία και τον έψαχναν γιά δύο τρία χρόνια.
Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν είναι ίδιο απ' όταν πέθανε ο Αντώνης. Νοιώθεις τον θάνατο παντού. Οταν πηγαίνουμε γιά διακοπές η μόνη μου χαρά είναι τα σκυλιά. Πίστευα ότι ο Οσκαρ θα έφευγε πρώτος, μάλιστα προετοιμάστηκα και ψυχολογικά ότι δεν θα τον ξαναδώ. Δεν έχει πιά δόντια και είναι κουρασμένος. Και πάντα αυτή η θλίψη στο βλέμμα. Αντίθετα ο Ulyssάκος ήταν το χαρούμενο μωρό όπως πάντα και προσπαθούσε ν' ανέβει στην καρέκλα μου γιά να τον πάρω αγκαλιά όπως τότε που ήταν κουτάβι.
Σήμερα το πρωί το πεθερικόν τον βρήκε να κοιμάται έξω από το κελλάρι. Δεν ήταν άρρωστος, δεν ήταν τόσο μεγάλος, 10 χρονών μόνο ήταν και ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Ετσι απλά κοιμήθηκε. Αντίο μωρούλι μου, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.
Τι να πω γι' αυτή τη χρονιά πιά, το 10 το καλό ήταν, αει σιχτίρι πιά. Θα συμβεί κάτι καλό ή θα ξεχάσω πως γελάνε;
1 σχόλια:
Κρίμα, λυπάμαι πολύ. Κρίμα και για τους πικραμένους ανώνυμους, μην μασας.
Δημοσίευση σχολίου