
Κοιμήθηκα επιτέλους λίγες ώρες, γιατί με έχει εξουθενώσει η αυπνία και οι λιγοστές ώρες ύπνου. Ξύπνησα στις δύο με μία σκέψη. Ο θάνατος της Ματίνας με έχει συγκλονίσει τόσο επειδή είναι σαν να βλέπω τον δικό μου θάνατο. Κάνω τα ίδια λάθη. Εκείνα που είχα πει ότι θα αποφύγω.
Την ένοιωθα, από παιδάκι την ένοιωθα βαθειά. Ξέρω και ποιά ήταν η στιγμή που την αγάπησα. Η Ματίνα ήταν η κόρη της αδελφής του παππού μου, τη θείας Ευαγγελίας. Η θεία Ευαγγελία ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, όχι απλά είχε έναν απίθανο κοσμοπολίτικο αέρα αλλά είχε κι' απερίγραπτο χιούμορ. Την θυμάμαι να φοράει εκείνες τις υπέροχες βελούδινες ή μεταξωτές ρόμπες, να κάθεται σε μία πολυθρόνα στην εντελώς εξωτική εσωτερική αυλή του σπιτιού της και να καπνίζει. Τρελλαινόμουν να την ακούω να μιλάει, τέτοιο μυαλό, τόση ευφράδεια, τόση αυτοπεποίθηση! Χωρίς να είναι ιδιαίτερα όμορφη, γιατί ήταν ήδη μεγάλη, αν και η μαμά λέει πως ήταν καλλονή στα νιάτα της, είχε τον αέρα μιάς σταρ του σινεμά.
Είμασταν με την Ματίνα, η οποία ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερη μου, και γι' αυτό την θεωρούσα πάντα ξαδέλφη αντί γιά θεία μου, στο υπνοδωμάτιο της θείας Ευαγγελίας. Θα πήγαινε σ' ένα μπαλ μασκέ. Θυμάμαι φορούσε ένα indigo μπλε φουστάνι, αρκετά κοντό, αφού τα μίνι ήταν η μόδα την εποχής. Είχε ζωγραφίσει ένα μεγάλο μπλε λουλούδι στο πρόσωπο της και είχε γράψει ή ζωγραφίσει (δεν θυμάμαι) και κάτι με μολύβι, peace ή love, κάτι τέτοιο πάντως. Είχα ξαπλώσει στο κρεββάτι της θείας Ευαγγελίας και την θαύμαζα που έβαφε τις βλεφαρίδες της. Συγκεκριμένα τις έστριβε μ' εκείνο το περίεργο εργαλείο και είχα ανατριχιάσει εντελώς.
"Είδες τι τραβάμε γιά να είμαστε όμορφες;" μου είπε και ήρθε και μου έχωσε ένα φιλί "μωρό μου εσύ!" έτσι πάντα μου έλεγε. Και δεν ξέρω ποιός το ξεκίνησε, αλλά είναι σαν παράδοση, όλοι την χρησιμοποιούμε πολύ αυτή την έκφραση στην οικογένεια.
Ορμάς πάνω στον άλλον, τον ζουλάς και του λες "μωρό μου εσύ", ακολουθεί ηχηρό φιλί.
Πάνω στην ώρα άνοιξε η πόρτα. Ηταν τα αδέλφια της, ο Μάκης και ο Κούλης, δίδυμοι και οι πιό αστείοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει στην ζωή μου, που ήρθαν να κοιταχτούν στον μεγάλο καθρέφτη. Από πίσω η θεία η Ευαγγελία είχε πέσει πάνω στον Κούλη που ήταν η τρελλή αδυναμία της και γιά εκείνην μόνο αυτός υπήρχε, τον χτένιζε, τον ξεσκόνιζε, να είναι κούκλος. Αφού τον έφτυσε και τον ξεμάτιασε, γύρισε να δει την κόρη της που φτιαχνόταν μιά ώρα.
"Ετσι θα πας;" της είπε υποτιμητικά.
Ημουν μικρή, δεν θυμάμαι πόσο, πέντε ή έξι ή εφτά, αλλά ένοιωσα τον πόνο της Ματίνας βαθειά στην ψυχή μου. Και ήταν άδικο, πολύ άδικο, γιατί η Ματίνα μπορεί να μην ήταν ποτέ μιά καλλονή, αλλά ήταν πάντα αυτό που αποκαλούσα η χαρά της ζωής. Ακτινοβολούσε! Ναι αυτό είναι, αυτό το πλάσμα ακτινοβολούσε αγάπη, χιούμορ και καλωσύνη.
Πρώτη φορά είδα με άλλο μάτι την θεία Ευαγγελία. Εκείνη που τόσο θαύμαζα, πως μπορούσε να είναι τόσο σκληρή; Και κοιτούσα μιά την θεία Ευαγγελία και το βλέμμα λατρείας γιά τον Κούλη, γιατί δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του, και μιά τα σκοτεινιασμένα μάτια της Ματίνας μέσα από τον καθρέφτη, που ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Δεν ήξερα τότε ότι αυτό θα ήταν το story of my life, γιατί την ίδια ακριβώς συμπεριφορά βίωσα από την εφηβεία μου μέχρι σήμερα. Είμαι εγώ πάντα μπροστά σε έναν καθρέφτη, μπαίνει η μανούλα μου και σχολιάζει. Κι' εκεί που αισθάνομαι όμορφη, γίνομαι χώμα.
Εγραψα αυτό το ποιήμα πριν από δύο μήνες
Κοιταζόμουν στον καθρέφτη
ικανοποιημένη επιτέλους
το μακιγιάζ τέλειο
το final touch
από έφηβη συνοδός μου στις εξόδους
πάντα ο καλός της λόγος
"χάλια σ' έκανε τελικά ο χειρούργος"
"θα φύγουν άραγε ποτέ τα σημάδια";
Ευτυχώς που έχω εκείνη να μ' ενημερώνει
γιατί εγώ είμαι τυφλή
δεν είναι που προσπαθώ να ξεχάσω
χρειάζομαι υπενθύμιση ότι η ζωή μου έχει τελειώσει.
Η μητρική στοργή σε μία χιλιοειπωμένη ερώτηση
"πως είσαι έτσι;"
Της ευχήθηκα να με δει νεκρή
κι' έφυγα από το σπίτι
πρόλαβα το ασανσέρ
ήμουν ήδη άσχημη
τα μαύρα ρυάκια σκεφτόμουν
προσπαθούσα να μην κλάψω στον δρόμο.
Ποιός έλεγε αλήθεια
ο καθρέφτης ή εκείνη;
Δύο εβδομάδες βουλιμίας.
Δεν φταίει εκείνη, εγώ φταίω.
Αν δεν μ'αγάπησε εκείνη
πως περιμένω να μ'αγαπήσουν οι άλλοι;
Πολεμάω να είμαι αυτάρκης
χτύπησα πάτο πάλι.
Αγκάλιασε με αν μ'αγαπάς.
Δεν βγαίνει η φωνή μου.
Μόνη μου πάλι πρέπει να σηκωθώ.
Και βρίσκομαι πάλι πίσω στο σπίτι της θείας Ευαγγελίας. Μπαίνει στο σκηνικό ο άντρας της, ο θείος ο Γιάννης, καλός άνθρωπος και ο μεγαλύτερος πλακατζής. Εκοβαν κι' έραβαν με τον παππού τον Παύλο, θα μπορούσαν άνετα να κάνουν τον πιό σοβαροφανή να κατουρηθεί από το γέλιο.
"Ετσι ξεβράκωτη θα βγει;" απευθύνθηκε στην γυναίκα του "κι' εσύ δεν λες τίποτα; Θα την αφήσεις να βγει έτσι έξω;"
Η Ματίνα είχε ήδη βουρκώσει.
"Μην κλάψεις, θα χαλάσεις το μακιγιάζ" της είπε η μάνα της "Πως αλλιώς θα βρει γαμπρό; Δεν βλέπεις ότι μεγαλώνει; Θα μας μείνει στο ράφι." και συνέχισε κατατροπώνοντας όλα του τα επιχειρήματα μέχρι που εκείνος αποχώρησε ηττημένος κουνώντας το κεφάλι του.
Λίγα λεπτά αργότερα στην εξώπορτα, η θεία Ευαγγελία ξεσκονίζει το πέτο του Κούλη, ο Μάκης χαμογελάει αμήχανος, η Ματίνα "πάει γιά διασκέδαση".
"Να προσέχετε την αδελφή σας. Κι' εσύ κοίτα να βρεις κανέναν γαμπρό απόψε".
Εκλεισε η βαρειά ξύλινη πόρτα και έλεγα μέσα μου.
"Θα σ'αγαπάω εγώ Ματινούλα. Θα σου δώσω εγώ την αγάπη που σου στέρησαν".
Βρήκα αυτή την φωτογραφία πριν λίγο καιρό και με συγκλόνισε. Μπορώ άραγε να γίνω η αγκαλιά του εαυτού μου ή θα χρειάζομαι πάντα κάποιον άλλον; Και πρέπει να χρειάζομαι κάποιον άλλον ή πρέπει να γίνω αυτάρκης;
Ξύπνησα μέσα στην νύχτα και έτρεξα ν' ακούσω
ένα τραγούδι. Αυτή ήταν από τις ωραιότερες αγκαλιές που έχω νοιώσει. Ακόμα μιά φορά έτρεξα στους πεθαμένους να βρω την αγάπη. Επειδή αυτοί σε έχουν ήδη πληγώσει.
Δεν ξέρω αν η ζωή είναι ένα παιχνίδι ή μία πορεία προς την αυτογνωσία ή αν είναι απλά μιά φάρσα. Κι'είναι όλα ένα κουβάρι.