Κυριακή, Φεβρουάριος 28, 2010

γυναικείες κουβέντες - και ολίγον γυμνό



Μου έλεγε κάποια ότι ποτέ μου δεν θα τολμούσα να έβαζα κάτι γυμνό στο μπλογκ μου. Ε ναι, η αλήθεια είναι ότι δεν είναι του χαρακτήρα μου, ωστόσο γιά ένα στοίχημα τα κάνω όλα. Ιδού λοιπόν αι γάμπαι. Είναι άραγε πιό σέξυ από τις διάφανες εσθήτες της ποιήτριας; (αχαχαχα)
Η ουσία πάντως είναι μία. Το είδωλο ψάχνουν όλοι στο διαδίκτυο και όχι το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από ένα μπλογκ. Την ψευδαίσθηση, την οπτασία, όπως θες πες το, κάτι που να οραματίζονται ώστε να...
Είναι πάντως κάτι γυμνό δεν μπορείς να πεις Μπελελέν. Και καλά, νομίζεις ότι χρειάζεται γυμνό γιά να αρχίσουν να σου γράφουν βλακείες; Και τώρα πέσε τα εκατό ευρά. Τσςςς έπρεπε να είχα ζητήσει παραπάνω. Ας όψεται η κρίσις.
Λες να έπρεπε να είχα φορέσει και μιά γόβα λουστρίνι;

Εδώ γελάνε

Σάββατο, Φεβρουάριος 27, 2010

ταβέρνα οι Κολυμπήθρες









Πανδαισία ή άλλως... την κάναμε ταράτσα...

στο σπίτι










δενδρολίβανο ουρά γάτου

ένα τσιγάρο!!



Πωπω αν δεν το είχα κόψει θα είχα καπνίσει μιά φυτεία ολόκληρη! Γαμότο όλοι καπνίζουν και πίνουν και εγώ έχω καταντήσει ένα ούφο δίχως καταχρήσεις πλην εκείνης των βουλιμικών κρίσεων.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 26, 2010

με παρέσυρε το ρέμα



Αυτό το τραγούδι πάντα μου άρεσε γιά τον συγκεκριμένο στίχο (τα άλλα ούτως ή άλλως δεν με αφορούν). Τελικά αυτή η φυγή δεν ήταν αρκετή, έχω ανάγκη να πάω πιό μακριά, κάπου ασύλληπτα μακριά, κάπου που να μπορούσα να αναισθητοποιηθώ και να μην μ' αγγίζει τίποτα. Γαμότο πως το καταφέρνουν αυτό;
Πήγα στο σπίτι χθες, γιατί τόσες μέρες μένω στον Νικόλα. Η υποδοχή από το πεθερικόν ήταν απίστευτα εγκάρδια. Βέβαια μου βγήκε και μένα αυθόρμητα μιά αγάπη. Την έσφιγγα και της έλεγα μάμυ, μάμυ. Δεν ξέρω πως, αλλά μου βγήκε. Την είδα μόνη κι' απροστάτευτη σ' εκείνο το μεγάλο κτήμα, είδα την χαρά στα μάτια της γιατί φίλους έχει ελάχιστους. Μπορεί να περάσουν μέρες πολλές χωρίς να την επισκεφτεί κάποιος, έτσι κανονίζει να βγαίνει δυό φορές την εβδομάδα γιά ψώνια ενώ θα μπορούσε να τηλεφωνάει και να της τα φέρνουν στο σπίτι.
Τελικά πρέπει να δεις τον εαυτό σου στους άλλους γιά να καταλάβεις τι κάνεις στον εαυτό σου. Το τελευταίο διάστημα δεν έβγαινα καν από το σπίτι εκτός από τις φορές που με ξεσήκωσε ο Νικόλας. Και ειλικρινά δεν ξέρω αν ήταν η υγεία μου και αν εγώ προκαλώ όλες αυτές τις καταστάσεις στον εαυτό μου. Είχα κόψει μέχρι και το σουπερμάρκετ.
Φαντάσου εγώ έχω παραδοθεί στον θάνατο και η 79χρονη το παλεύει!
Βγήκα και περπάτησα στο κτήμα, ήταν ανθισμένη η μεγάλη αμυγδαλιά, είχα κάτσει και την κοιτούσα έκθαμβη. Το ηλιοβασίλεμα δεν ήταν λιγότερο εντυπωσιακό.
Ομορφιά χωρίς ψυχή, είχα γράψει κάποτε. Ετσι είναι. Θα ήθελα να μην είχα ψυχή. Ετσι απλά να την καταργούσα.
Γυρνούσα στο ξενοδοχείο και οι αναπόφευκτες σκέψεις. Να εδώ σκοτώθηκε. Σκεφτόμουν τις προπέρσινες διακοπές που έμαθα τον θάνατο του, τις περσινές που τον σκεφτόμουν συνέχεια προσπαθώντας να συνηθίσω την ιδέα πως δεν υπάρχει πιά. Θεέ μου, θα ξεχάσω ποτέ; αναρωτιόμουν συνέχεια.
Περπατούσα στα σκοτεινά χθες βράδυ και συνειδητοποίησα πως τελικά έρμαια είμαι. Εχω αφεθεί πάλι να με πάνε οι άλλοι όπου θέλουν και δεν μ' ενδιαφέρει τίποτα. Η ανάγκη μου να τακτοποιήσω τον Μιχάλη, λες και δεν μπορεί μόνος του. Να τον φέρω πίσω στην Πάρο γιά να είναι ασφαλής.
"Δεν ξέρω τι θα γίνει" του είπα "Δεν ξέρω τι θα απογίνω".
"Αν πάθεις κάτι, δεν την θέλω την ζωή μου" μου απάντησε.
Νοιώθω ότι όλα και όλοι με πιέζουν. Ο Νικόλας να σηκωθώ, η μαμά μου να με ρωτάει πόσο θα κάτσω, ο Μιχάλης να θέλει να γυρίσω. Ισως φταίω εγώ.
Δεν ξέρω τι θέλω, δεν θέλω τίποτα, κι' έχω αφήσει τους άλλους και με πάνε. Και δεν έχω όρεξη να ξεκινήσω μιά νέα ζωή. Θέλω μόνο να φύγω μακριά, όσο πιό μακριά γίνεται και να κοιμηθώ, να κοιμηθώ και όταν ξυπνήσω να μην είμαι τόσο κουρασμένη.
Την αγαπάω την Πάρο αλλά δεν ξέρω αν την θέλω πιά.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 25, 2010

ο θεός των μικρών πραγμάτων


Από παιδάκι μου άρεσε να χαζεύω την φύση. Μπορούσα να περάσω ώρες παρακολουθώντας πεταλούδες, πασχαλίτσες, μυρμήγκια. Μπορούσα ώρες να χαζεύω ένα λουλούδι προσπαθώντας ν' ανακαλύψω τα μυστικά του. Φωτογραφίζοντας ήρθα σε επαφή με τον μακρόκοσμο. Και στ' αλήθεια μαγεύτηκα. Πως είναι δυνατόν να υπάρχει τόση ομορφιά γύρω μας κι' εμείς οι άνθρωποι να γινόμαστε όλο και πιό άσχημοι;




Ο θεός των μικρών πραγμάτων είναι ένα βιβλίο της Ινδής Αρουντάτι Ρόι. Το έκαναν δώρο στην μαμά μου και της το βούτηξα με την μία. Μου άρεσε τρελλά ο τίτλος και ξεκίνησα να το διαβάζω όλο ενθουσιασμό. Τελικά δεν ήμουνα σε φάση, ήταν και γεμάτο περιγραφές, με κούρασε, το παράτησα, ίσως το ξαναπιάσω κάποτε. Ο τίτλος όμως μου κόλλησε. Και κάθε φορά που βλέπω κάτι μικρό και όμορφο σκέφτομαι τον τίτλο του βιβλίου και πως ο μακρόκοσμος κρύβει πολλή αγάπη γιατί απ' αυτήν φτιάχτηκε.




Δεν είσαι κοριτσάκι, μου είπε κάποιος πρόσφατα. Οχι δεν είμαι μόνο κοριτσάκι αλλά νομίζω τελικά ότι όσον αφορά τα συναισθήματα είμαι. Δεν ξέρω αν οφείλεται στην απώλεια του πατέρα μου, ότι δηλαδή ίσως κόλλησα κάπου εκεί και περιστρέφομαι παγιδευμένη στην ιδέα του εφήμερου, του θανάτου και της εγκατάλειψης (όχι ποτέ δεν θύμωσα μαζί του, ξέρω πως ποτέ δεν θα με άφηνε) αλλά μονίμως φοβάμαι και αντιδρώ σαν κοριτσάκι. Μερικές φορές σκέφτομαι πως είναι επώδυνο αλλά τελικά ίσως αξίζει να κρατάς την ψυχή σου (όσο το δυνατόν γίνεται)παιδική.
Τέσπα γι' αλλού ξεκίνησε, κι' αλλού με πάει... το κόβω εδώ μην μου βγει μελόδραμα.
Επιστρέφω στο κυκλαδίτικο φως, στα αγριολούλουδα, στα μικρά θαύματα, στην αγάπη. Ας ανοίξουμε τα μάτια μας διάπλατα κι'ας ρουφήξουμε ζωή.
Βασικά ήθελα να πω ότι... δεν θυμάμαι...κάτι ήθελα να πω. Βρέστε το μόνοι σας.

Κι' ένα ψιλοσχετικό παλιό ποστάκι. Μήπως επαναλαμβάνομαι;

Στην Νατάσσα μου και όχι μόνον
(οπωσδήποτε κλικ πάνω στις φωτογραφίες)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 24, 2010

ένα ταπεινό μοσχομπίζελο


Πόσο όμορφο μπορεί να είναι! Μπορεί να το προσπεράσεις και να μην το προσέξεις καν.

Τρίτη, Φεβρουάριος 23, 2010

summertime


And the living is easy. Φτάσαμε Πάρο και βρήκαμε καλοκαίρι!!!
Να πέσω;

conscious water



Το τηλέφωνο χτύπησε.
- Τι κάνεις;
- Μόλις ετοιμαζόμουνα να σου στείλω μαιλ.
- Πάω Πάρο αύριο. Δεν έρχεσαι;
- E και δεν έρχομαι;
Αυτά μ' αρέσουν τα ξαφνικά. Χρειαζόμουν λίγο αέρα, πως λένε στην Πάρο και στην Νάξο, τον αέρα μου ν' αλλάξω; Αυτό ακριβώς!
-Τι θα μου έγραφες;
- Να μπεις στο μπλογκ μου να δεις που μοστράρησα το χοτέλ σου, πριν λίγα λεπτά ανέβασα ποστ!
Να' μαστε λοιπόν στο Blue Star, ο Νικόλας κοιμάται σ' ένα καναπέ, εγώ οργώνω την φάρμα στο facebook, παρακολουθώ το γκαρσόνι που περνάει από μπροστά μου με κάτι μοσχομυριστές τυρόπιτες και προσπαθώ ν' αντισταθώ.
-Από που κατέβηκες βρε αδέρφι; τον ρώτησα. Δεν προλαβαίνω πάντα να σε σκεφτώ και με παίρνεις τηλέφωνο!
Παλιοί φίλοι που έχεις χρόνια να τους δεις και έχεις να πεις τόσα πολλά. Αυτό σκεφτόμουν όταν κατέβαινα να τον συναντήσω στην παραλιακή αξημέρωτα. Θα ήθελα να πήγαινα ν'ανακαλύψω έναν καινούργιο τόπο. Αντ' αυτού ας ανακαλύψω πόσο άλλαξε ένας παλιός αγαπημένος φίλος.
Ομορφα μου λιονταράκια, με την ξαδέλφη μου την Σίσσυ πρωτοκαθεδρία, είχα πραγματικά ανάγκη από στοργή, γέλιο και πειράγματα. Και τελικά παρ' όλο που φαίνεται να το ξεχνάω συχνά, ο πλούτος είναι οι άνθρωποι γύρω μας και η ζεστασιά που μας δίνουν.
Είχε ήλιο όταν ξεκινήσαμε, μετά το Σούνιο όμως συναντήσαμε εντελώς αντίθετες καιρικές συνθήκες. Βρέχει στο Αιγαίο. Un sottile malinconia και γλύκα. Είχα πολύ καιρό να την νοιώσω.
Η φωτογραφική μηχανή είναι στην βαλίτσα στο αυτοκίνητο, κρίμα θα ήθελα να κρατήσω αυτές τις στιγμές. Το μέλλον άγνωστο αλλά νοιώθω γαλήνη.

Δευτέρα, Φεβρουάριος 22, 2010

Πάρος η αγαπημένη





αγαπημένοι τόποι, αγαπημένοι άνθρωποι

Σάββατο, Φεβρουάριος 20, 2010

το πατσίτσιο ήτο ένα ποιήμα


Ομορφη μου Citronella
εμείς σου είπαμε έλα
πέτυχε η μπεσαμέλα
το πατσίτσιο ήτο τρέλλα.

Φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε και τραγουδήσαμε.
Εβίνα - Σίσσυ

Υ.Γ.
Το παστίτσιο το έφτιαξε η ξαδέρφ, εγώ έχω γίνει εντελώς άχρηστη, κοντεύω να ξεμάθω το μαγείρεμα. Είμαι πλέον αυτό που λένε ένα διακοσμητικό αντικείμενο.
Οκ λυσσάξατε, το ανοίγω ξανά το μαγαζί.

Τρίτη, Φεβρουάριος 16, 2010

γυναικείες κουβέντες - έλα λίγο κορύφωση το δράμα


έχω ένα συρτάρι φάρμακα
αλλά γιά την νόσο της ψυχής κανένα

Τσςςςς τι είπα πάλι;

γυναικείες κουβέντες - madre e hijo


Fernando Botero - Madre E Hijo

"Ζω με έναν μαμάκια" μου είπε μιά φίλη μου.

Εγώ δεν ζω με μαμάκια. Ζω με την μαμά του την ίδια, αφού έχει μεταλλαχθεί σ' εκείνην. Πλένει τα πιάτα όπως τα πλένει η μάνα του (γιατί εγώ δεν τα πλένω καλά), απλώνει τα ρούχα όπως τα απλώνει η μάνα του (γιατί ούτε αυτά τα απλώνω καλά), τα απλώνει και τετράδιπλα κιόλας γιά να κάνουν δυό μέρες να στεγνώσουν (τα νεύρα μου), ακόμα και τα μακαρόνια τα φτιάχνει όπως ακριβώς τα κάνει η μάνα του (και να με ρωτάει εναγωνίως αν έριξα δύο σταγονίτσες λάδι γιά να μην κολλάνε). Ολα μα όλα όσα γίνονται μέσα στο σπίτι είναι όπως θα τα έκανε το πεθερικόν. Στην αρχή τσαντιζόμουν, τώρα απλά παρακολουθώ τον Φιλιππινέζο. Στην αρχή είχα λίγες ενοχές. Πλέον με βολεύει.
Κατά τα άλλα την σιχαίνεται την μαμά του, λέει.

Του μίλησα και τελικά με έκανε και αισθανόμουν θύτης έτσι όπως είχε αυτό το ύφος του δαρμένου σκυλιού. Και αισθανόμουν απαίσια. Και η ηλίθια τον λυπήθηκα πάλι. Μετά αδιαφόρησε. Και δεν απαντούσε. Και μιλούσα στον τοίχο. Ποιός είναι ο θύτης και ποιός είναι το θύμα τελικά;

Με κούρασες. Σε βαρέθηκα. Σιχάθηκα την ζωή μας. Σιχάθηκα την ρουτίνα σου. Εσύ δεν είσαι άνθρωπος, ελβετικό ρολόι είσαι. Δεν έχεις φλέβες, αίμα, έχεις μόνο γρανάζια. Και ήταν τόσο απαθής που τελικά του είπα πως είναι κούφιος, άψυχος. Το κακό είναι πως το πιστεύω τώρα πιά. Κι' αυτός την ρουτίνα του. Δουλειά, σπίτι, μαμ, ζάπινγκ, ύπνος. Δεν τρέχει τίποτα.
"Θες να σου φέρω τίποτα". Ευτυχώς που το έκοψε το Εβινάκι γιατί θα έριχνα χοντρά καντήλια, στην κυριολεξία, θα του έφερνα καπάκι ένα παλιό καντήλι που έχω κρεμασμένο δίπλα στην πόρτα. Η φόνισσα! Γελάω τώρα, αλλά δεν είναι γιά γέλια.

Αυτό που δεν αντέχεται είναι οι κανόνες, κανόνες, κανόνες. Οι αρρωστημένες του συνήθειες και τα πρέπει. Ο Χίτλερ και η χιτλερική νεολαία ένα πράγμα. Προσπαθεί να με μετατρέψει σ' αυτό το οποίο υποτίθεται μισεί, την μάνα του.
Εχασα πλέον κάθε υπομονή. Πνίγομαι. Δεν αναπνέω. Θυμώνω, εξοργίζομαι. Τον ακούω που ροχαλίζει και λέω, τώρα θ' αρπάξω ένα από εκείνα τα ασήκωτα εβένινα ελεφαντάκια που έχω και θα του πολτοποιήσω το κεφάλι. Ε όχι ρε, φτάνει. Αρκετά δεν κατέβασα το επίπεδο μου; Και μετά σου λένε φταίει ο φονιάς.

Να γίνω μιά αυταρχική δυνάστης μανούλα να τον γαμοσταυρίζω πρωί-βράδυ να στρώσει; Ισως αυτό θέλει. Ε δεν είναι αυτό που θέλω εγώ όμως.

fuck you



Κι' αν έχεις από αυτά που υποτίθεται ότι πρέπει να έχεις, έβγα πες τα επώνυμα. Βρε ουστ! Σάλτα λοιπόν μπας και δεις καμιά χαρά. Αντε γιατί βαρέθηκα τον/την κάθε ψυχάκια που βγαίνει και αφήνει τις βρωμιές του.
(Α και το μπλογκ το είχα κλείσει επειδή είχα τις μαύρες μου κι' όχι επειδή πτοήθηκα από τις βρωμιές του κάθε διερχόμενου ψυχανώμαλου, έχω συνηθίσει πιά).

Κυριακή, Φεβρουάριος 14, 2010

γυναικείες κουβέντες - αδιαφορία αγάπη μου


"Αδιαφόρησε. Το απολαμβάνουν νομίζω γιατί θεωρούν ότι τους άφησες στην ησυχία τους. Οπότε χαλαρώνουν κι' αυτοί. Μάθε να το διαχειρίζεσαι διαφορετικά ώστε να περνάς κι' εσύ καλύτερα."

Μην νομίζεις πως δεν το προσπάθησα. Αλλά εγώ δεν μπορώ να ζήσω έτσι.
Συχνά το καταφέρνω, κλείνομαι στον αυτιστικό κόσμο μου και ειλικρινά βόμβα να σκάει δίπλα μου εγώ συνεχίζω αδιάφορη. Επειδή δεν με αφορούν αυτά που συμβαίνουν γύρω μου, επειδή μόνο οδύνη ή αηδία θα μου προκαλέσουν.
Κι' άλλες φορές μπορεί εξωτερικά να δείχνω ότι αδιαφορώ, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι μπορώ να τα καταφέρω κάνοντας υπομονή. Αλλά τελικά μέσα μου κοχλάζω.
Υπομονή, αναμονή, επιμονή.
"Η γυναίκα είναι που κρατάει έναν γάμο" λέει πάντα η μαμά μου.
Οκ το προσπάθησα. Μ' αποδοχή, ανοχή, αντοχή.

Μου έκανε δώρο μιά εικόνα η κολλητή της μαμάς μου. Η Αγία Υπομονή. Την είχα αφήσει στο σπίτι της μαμάς μου. Πήγαινα, την έβλεπα και της γύριζα την πλάτη. Δεν την θέλω, σκεφτόμουν, αλλά δεν της το έλεγα γιά να μην χαλάσει τον κόσμο.
"Ελα πάρτην, θα έρθει και θα δει πως είναι ακόμα εδώ και θα παρεξηγηθεί".
"Εχω θυμό, δεν πιστεύω σε τίποτα, κράτα την εσύ".
Τελικά την είδα μιά μέρα που με κοίταζε από τον μπουφέ, αισθάνθηκα αγάπη, την έβαλα στην τσάντα μου, την έφερα σπίτι, την έστησα απέναντι από το κρεββάτι μου. "Ρίξε καμιά βοήθεια γιατί δεν πάει άλλο" της είπα.

Απλά δεν μπορώ να ζω μέσα στην συνθήκη και στο ψέμα. Υποφέρω. Χρειάζομαι ν' αγαπάω και να μ' αγαπάνε. Οι Γάλλοι έχουν μιά απίθανη λέξη γιά να το περιγράψουν entreaimer. Τι όμορφο ρήμα. Αλληλοαγαπώμαι. Εμείς γιατί δεν έχουμε μία ανάλογη (ή αν έχουμε δεν την ξέρω και βαριέμαι να σηκωθώ να πάω να δω στο λεξικό, άσε που δεν έχω και κανένα της προκοπής).

Αλληλαγάπη. Σχεδόν αγγελική. Μοιάζει να έχει φτερά αυτή η λέξη.

"Το θέμα είναι ότι αγαπάνε με τον τρόπο τους. Το δέχεσαι ή όχι."
"Ναι μέχρι ενός σημείου αγαπάνε, δεν πάει παραπέρα. Εμένα όμως δεν μου φτάνει."
"Τα έχεις πει με την μάνα σου; Τι θέση παίρνει;"

Μία έτσι, μία αλλιώς. Την μία μου λέει ότι έχω δίκιο. Συμπληρώνει μετά με τα δικά της παράπονα. Η αλήθεια είναι ότι το ευγέστατο παιδί της αρχής της φέρεται με τρομερή αγένεια πιά και μου την δίνει αφάνταστα. Εμένα είναι μάνα μου, σφαζόμαστε και μετά αγαπιόμαστε. Μπορεί να μ' εξοντώνει η παρουσία της μερικές φορές, αλλά άλλες είναι βάλσαμο. Και είναι αίμα μου. Πάντα της έλεγα πως είναι ο θησαυρός της ζωής μου. (Και η καταστροφή μου, αλλά αυτό το ξέρει και το παραδέχεται, δεν χρειάζεται να της το υπενθυμίζω, ήδη έχει τύψεις).
Μετά μου λέει ότι δεν θα έπρεπε να έχω παράπονα. Οτι είναι φυσιολογικό και πως έτσι ζούνε όλοι. Και θα μ' αποτελειώσει με το "άντε να βρεις τον καλύτερο". Ασφαλώς θα συνεχίσει με γλαφυρά παραδείγματα. Είναι αστείο. Της κλείνω βιαστικά το τηλέφωνο πριν θυμώσω. Εμαθε πιά, δεν επιμένει. (Ευτυχώς...)
Στο επόμενο τηλεφώνημα την έχει πιάσει ήδη ο φόβος. Τι θ' απογίνει το παιδί της; Ποιός θα το φροντίσει; Δεν θέλει και την ευθύνη. Ούτως ή άλλως την άλλη φορά θύμωσα που μου έλεγε κάτι εναντίον του, επειδή ο Μιχάλης μου στάθηκε τόσο με την υγεία μου.
Την μία μου λέει φύγε, Και μετά αμέσως μείνε. Γάμισε τα δηλαδή. Οχι ότι θα την άκουγα. Επειδή μόνος σου κουβαλάς τα φορτία σου και κανείς δεν μπορεί να σε νοιώσει.
Δεν ξέρω ρε, ο θάνατος της Ματίνας με ταρακούνησε γιά τα καλά. Ημουν που ήμουν, σάλταρα.

ξημερώνει ή νυχτώνει


Οπως όταν ξυπνάς από έναν λήθαργο και δεν ξέρεις τι από τα δύο είναι. Ανατολή ή Δύση;

επετειακόν



Ce qui aurait pu arriver
Ce qui n' arrivera pas
Voila ce qui est arrive

Αυτή η τούρτα τα είχε όλα
και την κόκκινη καρδούλα που είχε έρθει τούμπα
(την έβαλε στην θέση της μ'ένα πηρούνι)
και το κατοικίδιο της επάνω
και τα κόκκινα ζουμιά που έτρεξαν
και άνοστη ήταν.
Και ο κομιστής δεν έφυγε από το σπίτι.
Καλά που δεν έφερε λουλούδια
ξέρει ότι δεν αντέχω τα κομμένα.
Γιατί κλαις;
Τι ν' απαντήσω;
Μου έχουν τελειώσει πιά οι δικαιολογίες.

Να σου φτιάξω ένα γάλα με κακάο;
Να σου ανοίξω το στόρι να μην είσαι στα σκοτάδια;
Να σε πάω ένα κουνηματόγραφο; (χιουμοράκι)
Σωστά, μία τούρτα, ένα κακάο και μιά ταινία
θα μας λύσουν τα προβλήματα.

Μήπως να παίζαμε λίγο τουρτοπόλεμο με το σίχαμα τούρτα;
Nα κάτι που θα μπορούσε να μου φτιάξει το κέφι.
Ευτυχώς βρήκα κάτι ξεχασμένα Λεξοτανίλ της μαμάς.
Εύκολα θα περάσει η μέρα.
Αντε βρε χρόνια μας πολλά.

Σάββατο, Φεβρουάριος 13, 2010

Yeehahhhhh

Γιά Farmvillagers



The absolute redneck game.



Ισως και γιά σουρρεαλιστές.

γιατί να χαλάω φαιά ουσία;



Τέρμα το αποφάσισα, από εδώ και εις το εξής θα εκφράζομαι εις την ιαπωνικήν. Με ιαπωνομπούρδες γιά να είμαι ακριβής. Βρίσκω ότι με εκφράζουν απόλυτα.

πρωινή γυμναστική εις την ιαπωνικήν



Κι' επειδή άλλη μαυρίλα δεν την σηκώνει πιά η ψυχή μου, είπα να σηκωθώ από το κρεββάτι και να γυμνάσω το θεικό μου κορμί. Σήκω, σήκω, κάτσε, κάτσε, σκύψε κλπ κλπ Μάθε ξένη γλώσσα κι' άστηνε. Πάμε όλοι μαζί παιδάκια. Τάτε, σουάτε, ρέι, χάτσουυυυ, μότοοοο...
(Καλά που υπάρχει ο Γιου-Του-μπής και ίσως να τας σώσουμε τας φρένας.)

Παρασκευή, Φεβρουάριος 12, 2010

αυτή την φορά δεν πρόλαβα




Το πρωί που σηκώθηκα αντίκρυσα αυτό το θέαμα. Ετσι γιά να μου φτιάξει η διάθεση.

Τον έβαλα κάτω και του τα είπα όλα. Ολα! Φώναζα. Σταματούσα κάθε τρεις και λίγο και του ζητούσα συγνώμη που δεν μιλούσα ήρεμα. Δεν τσακωθήκαμε. Δεν μου είπε ότι έχω δίκιο, δεν διαφώνησε, δεν μου είπε ότι έχω άδικο.
"Δεν είναι μόνο η δική μου κατάθλιψη τελικά" του είπα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
"Με σκοτώνεις" κατέληξα. Δεν είχε τι να πει.

Δεν με ανακούφισε η ειλικρίνεια τελικά. Του είπα ότι τα έγραψα όλα στο μπλογκ μου. Γούρλωσε τα μάτια του. Δεν θέλει να ξέρουν τίποτα γιά μας.
Δεν σε μισώ, του είπα, δεν μπορώ να σε μισήσω.

Με τσάκισε το πουλάκι. Αν το είχα σώσει θα ήταν όλα καλύτερα.
Εξουθενωμένη είμαι. Καλύτερα να σωπάσω.

εν κατακλείδι;



Μπα. Δεν υπάρχουν συμπεράσματα, μόνο μπερδεμένες φωνές.

Να λες στον σύντροφο σου ότι θες να πεθάνεις αν είναι να συνεχίσεις να ζεις έτσι. Να μην έχει τίποτα να πει, ούτε μία λέξη, ούτε μία...

Πάρε με μιά αγκαλιά. Και σου γυρνάει την πλάτη. Οπως έκανε και η μαμά μου στην εφηβεία. Ημουν ορφανή και μόνη.

Αφού θα είσαι μόνη σου το τριήμερο να πάρω τον αδελφό σου και την Πένυ και να έρθουμε. Ενα τριήμερο όπου θα υποκρίνομαι; Πως να στολίσω το πρόσωπο μου μ' ένα χαμόγελο; Φοβάμαι ότι θα μου πέσουν τα δόντια.

Μίλα μου. Εσένα διάλεξα (ήθελα) ν' ακούσω. Οχι έτσι όμως, δίχως σεβασμό. Μίλα μου, κι' εσύ μόνο με ρωτούσες.

O δρόμος γιά την αγάπη, όποια μορφή κι' αν έχει αυτή, σίγουρα δεν περνάει μέσα από την Ιερά Εξέταση. Ητοι ένας καταιγισμός ερωτήσεων (συν μερικά προσβλητικά σχόλια) που θα μπορούσε να θεωρηθεί και επιθετικός δεν βοήθησε και πολύ.

Πως να νοιώσεις όχι αγάπη, αλλά έστω συμπάθεια γιά κάποιον που αμφισβητείς τα κίνητρα του; Δεν ξέρω, εγώ τουλάχιστον έχω ανάγκη να κοιτάω τον απέναντι μου στα μάτια μ' εμπιστοσύνη.

Δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν, σε κανέναν, ούτε στον εαυτό σου, μου έλεγε το πεθερικόν στο τηλέφωνο σήμερα το πρωί. Προσπαθούσε να είναι ευγενική αλλά η μοχθήρία και η καχυποψία διαπερνούσε την γραμμή, ένοιωθα την ανατριχίλα στην σπονδυλική μου στήλη. Μία μπάλα αρνητικής ενέργειας στο στομάχι μου. Ηθελα να την βγάλω. Και να σκεφτεί κανείς ότι την πήρα να της δώσω τα καλύτερα νέα.

Γύρισε από την δουλειά και με βρήκε να κλαίω. Ηρθε και με πήρε αγκαλιά. Είναι πιά πολύ αργά. Γιά πολύ καιρό ζούσα μ' ένα ρομπότ που έκανε ζάπινγκ. Ξέμαθα. Αδειασα. Σταμάτησα κάθε προσπάθεια.

-Γιά ένα πιάτο φαγητό και ένα σιδερωμένο πουκάμισο; φώναζε στην μάνα μου.
-Εγώ στην μάνα σου μίλησα ποτέ απότομα; Που στο κάτω κάτω είναι και μιά μέγαιρα.
Κι'έτσι του τα έκοψα. Γιοκ καλομαγειρεμένο φαγητό, γιοκ σίδερο. Γιά να δούμε πόσο θ' αντέξει. Μετά σταμάτησα να καθαρίζω και το σπίτι.

Μετά έπεσα στο κρεββάτι και δεν ξανασηκώθηκα. Ηθελα να δω αν θα με σώσει.
-Εβινάκι να σου φέρω τίποτα;
Με έβλεπε να λειώνω, στο τέλος θα μείνω ένας λεκές στο σεντόνι.

Κάποτε ένοιωθα κατοικίδιο. Μετά έπιπλο. Τώρα ένας λεκές στο σεντόνι. Oxy action gel, είναι τρομερά αποτελεσματικό. Εχω σταματήσει να βάζω και πλυντήριο.

Pigeons - Φάληρο. Μιάμισυ ώρα διαδρομή, μπορεί και δύο γιατί πάντα πάει από τους δρόμους (τα νεύρα μου) που έχουν την μεγαλύτερη κίνηση. Συχνά πειραματίζομαι. Δεν του μιλάω καθόλου στην διαδρομή. Να δω αν θα μου πει μιά λέξη. Φτάνω στην μάνα μου και γελάω. Μία πρόταση, πέντε λέξεις. Δεν με πιστεύει, κανείς δεν με πιστεύει.
Ο άνθρωπος δεν έχει κανέναν ανάγκη!

-Μ' έκανες και μίσησα το σπίτι. Προτίμησα να μισήσω το σπίτι παρά εσένα. Δεν είναι πιά το σπίτι ΜΑΣ. Ισως να μην σ' αγάπησα αρκετά αλλά προσπάθησα. Ειλικρινά προσπάθησα να υπάρχει γέλιο και τρυφερότητα, σου έδωσα στοργή που να πάρει, έκανα υποχωρήσεις, καταπιέστηκα, αφοσιώθηκα. Δεν μπορώ πιά.

-Φοβάμαι.
-Κι' εγώ φοβάμαι.
-Να μείνουμε μαζί από φόβο;
-Σ'αγαπάω.
-Δεν μ'αγαπάς, με σκοτώνεις.

Δεν είναι έτσι η αγάπη
λάθος σου τα 'χουν μάθει
και μου ματώνεις την καρδιά

Ασχετο. Μπορείς να έχεις ένα τρομερό όραμα του τι είναι αγάπη, αλλά θα μπορούσες ποτέ ν' αφεθείς γυμνή ψυχή μπροστά σε έναν άλλον άνθρωπο;

Μαμά δώσε μου χώρο, μην μου μιλάς, σταμάτα να παίζεις με τις λέξεις και με τα συναισθήματα μου. Τελικά είχες άδικο. "Θα συνηθίσεις, έλεγε, όπως συνήθισα κι' εγώ". Τι να συνηθίσεις; Τον θάνατο σου; Τον είδα τον θάνατο μου σου λέω.

Πιθήκια είμαστε, πιθήκια και τίποτα άλλο. Μαθαίνουμε ν' αγαπάμε παρακολουθώντας τους άλλους.

Δεν μ' αγαπάς πιά. Απλά δεν το έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα.

Προσπάθησα, ειλικρινά προσπάθησα να σε μάθω ν'αγαπάς. Οσο ήσουν ερωτευμένος ήταν εντάξει. Οταν σου πέρασε, κι' αυτό είναι θεμιτό κι' ανθρώπινο, δεν υπάρχει αγάπη γιά να μας κρατήσει δεμένους. Δεν έχεις ανάγκη κανέναν.

Μ' αγαπάς μόνο κάθε φορά που με χάνεις. Οι περισσότεροι δηλαδή έτσι λειτουργούν. Ξέρεις κάτι; Βαρέθηκα.

-Αντε να βρεις τον καλύτερο.
-Σωστά, ούτε αυτός μου αξίζει(ειρωνικά).

Γάμος δεν είναι να κουβαλάς τα ψώνια από το σουπερμάρκετ. Θα μπορούσα να το κάνω μόνη μου. Ολα θα μπορούσα να τα κάνω μόνη μου, απλά είμαι τεμπέλα. Εκτός από το να κουβαλώ τις φιάλες υγραερίου, αλλά σιγά, θα το κατάφερνα κι' αυτό. Εχουμε κι' εκείνο το καροτσάκι που είναι ειδικό γιά τις σκάλες.

Ενας από τους λόγους που λατρεύω να ζω στην ερημιά είναι ο εξής. Μπορείς να ουρλιάξεις όσο θέλεις και να μην σ' ακούσει κανείς.

Δύο μέρη μου έρχονται στο μυαλό. Το Δεσποτικό και η Γιούτα. Δύο τόποι εντελώς αντίθετοι. Οι χρυσοί ζεστοί λόφοι με τα μεστωμένα στάχυα και η παγωμένη έρημος. Ευθεία ως τον ορίζοντα. Και στα δύο ονειρεύτηκα τον θάνατο μου. Τελικά τον παρακολούθησα στο νεκροταφείο της Καλλιθέας. Μιά πρόβα του τουλάχιστον.

Λύσαμε τα της υγείας και γιγαντώθηκαν τα υπαρξιακά. Θα βγουν όλα στο τραπέζι. Με ειλικρίνεια. Straight from the heart.
Δεν αντέχω, έχω ανάγκη να κοιμηθώ και όταν ξυπνήσω να έχουν ξεκαθαρίσει όλα.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 11, 2010

ρε μπέημπς ενεπνεύσθην



Nτα ή Νταντά;

Make love not ax? Μπα αγόρασε του ένα Axe και ξαμόλησε τον στην ελεύθερη βοσκή.

Τι θα τον κάνεις όταν πάρει σύνταξη;
Ξέρω εγώ; Μάλλον θα τον αποκεφαλίσω.

Μ'αγαπάς με τους σουρρεαλιστές ή δίχως;

Aυτοί, αυτοί, αυτοί οι σουρρεαλιστές τα φταίνε όλα. Πίνουν τσάγια, κάνουν μάγια. Βγάλτους αμέσως από το προφίλ σου στο facebook.

Η οι σουρρεαλιστές ή εγώ!

Καλύτερα μιάς ώρας σουρρεαλιστική ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Me Thelma, you Luise? Ωραία, και τώρα που πάμε;
Ξέρω γω; Κάπου που να μην σκονιστούμε. Που να πλένεις και να σιδερώνεις.

Προσοχή, προσοχή, κυκλοφορούν ομάδες σουρρεαλιστών.

Τα τσιγάρα (το έχω κόψει), τα ποτά (επίσης)και τα ξενύχτια (κυκλοφορεί μιά φήμη και γιά τους σουρρεαλιστές) έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια.

Φιλάκια. Τέλος. (εκβιασμός)

Αντε γελάσαμαν και σήμερις.

Τι τραβάμε κι' εμείς οι καλλιτέχνιδες... (από εδώ και στο εξής μάλλον θα πρέπει να μαγνητοφωνούμε τα τηλεφωνήματα μας μάλλον).

Να φωνάξουμε τον ειδικό πράκτορα αχαχαχα

Φιλάκια. Τέλος. (του ποστ)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 10, 2010

αδικαιολόγητες απουσίες


Μπελελέν
...Ζω την στιγμή και με κατηγορούν για αυτό, "Θα μείνεις γριά και μόνη" μου λένε και ίσως έχουν δίκιο, η λογική και εγώ πάντα προχωρούσαμε σε παράλληλους δρόμους αλλά ξέρεις κάτι; Γριά και μόνη θα είμαι έτσι κι αλλοιώς, μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε, χούς εις χούν, απλώς να εγώ θα φροντίσω να γεμίσω αυτό το μεσοδιάστημα με ότι μαλακία θεωρώ ότι με κάνει καλά...

ελληνίς
Ανόητη μικρή! Οι γυναίκες δεν μένουν ποτέ γριές και μόνες. Αφού θάψουν τους άντρηδες κάνουν κοπάδια και το ρίχνουν στον ιατρικό ή θρησκευτικό τουρισμό. Εκδράμουν σε μπάνια ιαματικά, σε μονοήμερες εκδρομές στο ΙΚΑ, σε μοναστήρια, σε σπήλαια, σε λίμνας, στας εξοχάς και απαραιτήτως μιά Τήνο και έναν Αγιο Νεκτάριο ετησίως. Τουλάχιστον αυτό κάνουν όσες ηλικιωμένες ξέρω. Και μιά χαρά περνάνε, και χαρτάκι παίζουνε και γιά γκόμενους μιλάνε και άμα λάχει ρίχνουνε και κανένα φλερτάκι στας εκδρομάς με τα ΚΑΠΗ. Και οι περισσότερες έχουν και από ένα γκομενάκι που μιλάνε στο τηλέφωνο, ο ένας κατάκοιτος, ο άλλος σε αναπηρική καρέκλα, με προστάτη ή νεφρά, αλλά πάντως αισθηματάκια είναι. Η ζωή αρχίζει μετά τα 70 ρεεεεε!
Πάντως εγώ αν ζήσω τόσο (που δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα να φτάσω τόσο)δεν νομίζω να το ρίξω στον ντόπιο θρησκευτικό τουρισμό, μάλλον προς Ασία μεριά με κόβω. Ολο και κάποιο μικρό παράδεισο θα βρω που θα μπορώ να ζω πασαλίδικα με το εισοδηματάκιον μου. Εξάλλου δεν χρειάζομαι πολλά, ένα παρεό, ένα λαπτοπ και μιά ξαπλώστρα (ούτε καν μαγιώ). Να σαν κάτι Γερμανίδες γυμνίστριες που βγάζουν τις πατσές στον ήλιο και έχουν ένα ωραίο χάλκινο χρώμα και δεν τις νοιάζουν οι ατέλειες. Πολύ τις θαυμάζω.
Από κει και πέρα ένα έχω να πω, ότι δεν υπάρχουν πρέπει και σε κανέναν δεν πέφτει λόγος το τι θα κάνεις στην ζωή σου, αρκεί να είσαι λίγο πιό σοφή και υπεύθυνη μαθαίνοντας από τα λάθη σου. Τώρα τα ξέρεις και δεν υπάρχει δικαιολογία. Ζήσε γιατί αύριο μπορεί να μην υπάρχουμε.

Μπελελέν
...Μικρή μου Ελληνίδα, ένα χαμόγελο ανεβαίνει πάντα στα χείλη μου όταν αναφέρεις τους εξωτικούς παράδεισους σου :)
Σε φαντάζομαι σαν άλλος Γκωγκέν να ζωγραφίζεις με τα λόγια σε μπλόγκ που θα γίνουν γνωστά μετά θάνατον :Ρ (Χαχαχα πόσο μου αρέσει να σε πειράζω)
Αχ ναι, λίγο πιό υπεύθυνη, λίγο πιό σοφή, το παλεύω φιλενάδα, το οφείλω σε όλους όσους με αγαπάνε...

ελληνίς
Πουρκουά πα; Εξωτικό δεν σημαίνει απαραίτητα και κάτι μακρινό, νες πα; Ναι ωραίοι θα ήταν οι κοκοφοίνικες και τα κρυστάλλινα νερά, αλλά δεν είναι και απαραίτητο συστατικό. Ζε σέλω μετά θάνατον, σέλω τώλα που είμαι ζωντανή (γκουχ γκουχ κάπου κρύωσα) να μ' αγαπάνε. Δεν υπάρχει αιωνιότης μπρε, και όχι απλά θα με φάνε τα σκουλήκια αλλά μπορεί μιά μέρα να καταρρεύσει ο Γούγλης και να χαθούν τα πίξελ μου.
χους εις χουν
νταστ ιν δε γουιντ
λοστ σιρκιουλέτινγκ πιξελς
σαμγουερ σαμντεη υπήρξαμε
και δεύτερη ευκαιρία δεν ξεύρω αν μας δίδεται
την κουρτίνα ή το ζονγκ? αναρωτήθηκε η Σιτρονέλλα
Νο ριεν ντε ριεν τραγούδησε η Εντίθ
Μπορώ να πάρω το τρίτο?

Και κλάμα μα πολύ κλάμα λέμε. Ούτε κοριτσάκια δεν κλαίγαμε τόσο. Μάλλον επειδή τα εσωτερικά κοψίματα, αν και δεν φαίνονται, πονούν περισσότερο. Στο έχω πει ότι μικρή είχα μονίμως αγkώνες και γόνατα πάντα γρατζουνισμένα; Ολο με ένα μπαμπάκι και ένα ιώδιο με κυνηγούσε η μάνα μου. Οξυζενέ ναι, όχι οινόπνευμα τσούζειιιιιιιι.
Η ζωή είναι αφόρητα δύσκολη. Δεν θέλω να πάω σχολείο αύριο.
Θα μείνω στο κρεββάτι μέχρι να γίνει ένα θαύμα. Μπορεί να φταίει ο Κρόνος στον ζυγό, κάτι άκουσα και γιά ένα τετράγωνο με τον Πλούτωνα, δεν έδωσα βάση, δεν θέλω να ξέρω. Δεν μ' ενδιαφέρει να μάθω το αύριο γιατί μπορεί να είναι χειρότερο από το σήμερα. Πάντα προτιμούσα να πιστεύω σε ένα ολόφωτο μέλλον.
Ε λοιπόν θα μείνω στο κρεββάτι, γιά όσο... γιά πάντα... Αδικαιολογήτως απούσα. Τόσα χρόνια έχασα περιμένοντας εκείνο το καλύτερο αύριο. Ας χάσω άλλη μιά χρονιά.
Life is a bitch, not a beach unfortunately.

Κυριακή, Φεβρουάριος 07, 2010

αδιάβροχη μάσκαρα


Κοιμήθηκα επιτέλους λίγες ώρες, γιατί με έχει εξουθενώσει η αυπνία και οι λιγοστές ώρες ύπνου. Ξύπνησα στις δύο με μία σκέψη. Ο θάνατος της Ματίνας με έχει συγκλονίσει τόσο επειδή είναι σαν να βλέπω τον δικό μου θάνατο. Κάνω τα ίδια λάθη. Εκείνα που είχα πει ότι θα αποφύγω.
Την ένοιωθα, από παιδάκι την ένοιωθα βαθειά. Ξέρω και ποιά ήταν η στιγμή που την αγάπησα. Η Ματίνα ήταν η κόρη της αδελφής του παππού μου, τη θείας Ευαγγελίας. Η θεία Ευαγγελία ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, όχι απλά είχε έναν απίθανο κοσμοπολίτικο αέρα αλλά είχε κι' απερίγραπτο χιούμορ. Την θυμάμαι να φοράει εκείνες τις υπέροχες βελούδινες ή μεταξωτές ρόμπες, να κάθεται σε μία πολυθρόνα στην εντελώς εξωτική εσωτερική αυλή του σπιτιού της και να καπνίζει. Τρελλαινόμουν να την ακούω να μιλάει, τέτοιο μυαλό, τόση ευφράδεια, τόση αυτοπεποίθηση! Χωρίς να είναι ιδιαίτερα όμορφη, γιατί ήταν ήδη μεγάλη, αν και η μαμά λέει πως ήταν καλλονή στα νιάτα της, είχε τον αέρα μιάς σταρ του σινεμά.
Είμασταν με την Ματίνα, η οποία ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερη μου, και γι' αυτό την θεωρούσα πάντα ξαδέλφη αντί γιά θεία μου, στο υπνοδωμάτιο της θείας Ευαγγελίας. Θα πήγαινε σ' ένα μπαλ μασκέ. Θυμάμαι φορούσε ένα indigo μπλε φουστάνι, αρκετά κοντό, αφού τα μίνι ήταν η μόδα την εποχής. Είχε ζωγραφίσει ένα μεγάλο μπλε λουλούδι στο πρόσωπο της και είχε γράψει ή ζωγραφίσει (δεν θυμάμαι) και κάτι με μολύβι, peace ή love, κάτι τέτοιο πάντως. Είχα ξαπλώσει στο κρεββάτι της θείας Ευαγγελίας και την θαύμαζα που έβαφε τις βλεφαρίδες της. Συγκεκριμένα τις έστριβε μ' εκείνο το περίεργο εργαλείο και είχα ανατριχιάσει εντελώς.
"Είδες τι τραβάμε γιά να είμαστε όμορφες;" μου είπε και ήρθε και μου έχωσε ένα φιλί "μωρό μου εσύ!" έτσι πάντα μου έλεγε. Και δεν ξέρω ποιός το ξεκίνησε, αλλά είναι σαν παράδοση, όλοι την χρησιμοποιούμε πολύ αυτή την έκφραση στην οικογένεια.
Ορμάς πάνω στον άλλον, τον ζουλάς και του λες "μωρό μου εσύ", ακολουθεί ηχηρό φιλί.
Πάνω στην ώρα άνοιξε η πόρτα. Ηταν τα αδέλφια της, ο Μάκης και ο Κούλης, δίδυμοι και οι πιό αστείοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει στην ζωή μου, που ήρθαν να κοιταχτούν στον μεγάλο καθρέφτη. Από πίσω η θεία η Ευαγγελία είχε πέσει πάνω στον Κούλη που ήταν η τρελλή αδυναμία της και γιά εκείνην μόνο αυτός υπήρχε, τον χτένιζε, τον ξεσκόνιζε, να είναι κούκλος. Αφού τον έφτυσε και τον ξεμάτιασε, γύρισε να δει την κόρη της που φτιαχνόταν μιά ώρα.
"Ετσι θα πας;" της είπε υποτιμητικά.
Ημουν μικρή, δεν θυμάμαι πόσο, πέντε ή έξι ή εφτά, αλλά ένοιωσα τον πόνο της Ματίνας βαθειά στην ψυχή μου. Και ήταν άδικο, πολύ άδικο, γιατί η Ματίνα μπορεί να μην ήταν ποτέ μιά καλλονή, αλλά ήταν πάντα αυτό που αποκαλούσα η χαρά της ζωής. Ακτινοβολούσε! Ναι αυτό είναι, αυτό το πλάσμα ακτινοβολούσε αγάπη, χιούμορ και καλωσύνη.
Πρώτη φορά είδα με άλλο μάτι την θεία Ευαγγελία. Εκείνη που τόσο θαύμαζα, πως μπορούσε να είναι τόσο σκληρή; Και κοιτούσα μιά την θεία Ευαγγελία και το βλέμμα λατρείας γιά τον Κούλη, γιατί δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του, και μιά τα σκοτεινιασμένα μάτια της Ματίνας μέσα από τον καθρέφτη, που ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Δεν ήξερα τότε ότι αυτό θα ήταν το story of my life, γιατί την ίδια ακριβώς συμπεριφορά βίωσα από την εφηβεία μου μέχρι σήμερα. Είμαι εγώ πάντα μπροστά σε έναν καθρέφτη, μπαίνει η μανούλα μου και σχολιάζει. Κι' εκεί που αισθάνομαι όμορφη, γίνομαι χώμα.

Εγραψα αυτό το ποιήμα πριν από δύο μήνες

Κοιταζόμουν στον καθρέφτη
ικανοποιημένη επιτέλους
το μακιγιάζ τέλειο
το final touch
από έφηβη συνοδός μου στις εξόδους
πάντα ο καλός της λόγος
"χάλια σ' έκανε τελικά ο χειρούργος"
"θα φύγουν άραγε ποτέ τα σημάδια";

Ευτυχώς που έχω εκείνη να μ' ενημερώνει
γιατί εγώ είμαι τυφλή
δεν είναι που προσπαθώ να ξεχάσω
χρειάζομαι υπενθύμιση ότι η ζωή μου έχει τελειώσει.
Η μητρική στοργή σε μία χιλιοειπωμένη ερώτηση
"πως είσαι έτσι;"

Της ευχήθηκα να με δει νεκρή
κι' έφυγα από το σπίτι
πρόλαβα το ασανσέρ
ήμουν ήδη άσχημη
τα μαύρα ρυάκια σκεφτόμουν
προσπαθούσα να μην κλάψω στον δρόμο.

Ποιός έλεγε αλήθεια
ο καθρέφτης ή εκείνη;
Δύο εβδομάδες βουλιμίας.
Δεν φταίει εκείνη, εγώ φταίω.

Αν δεν μ'αγάπησε εκείνη
πως περιμένω να μ'αγαπήσουν οι άλλοι;
Πολεμάω να είμαι αυτάρκης
χτύπησα πάτο πάλι.
Αγκάλιασε με αν μ'αγαπάς.
Δεν βγαίνει η φωνή μου.
Μόνη μου πάλι πρέπει να σηκωθώ.

Και βρίσκομαι πάλι πίσω στο σπίτι της θείας Ευαγγελίας. Μπαίνει στο σκηνικό ο άντρας της, ο θείος ο Γιάννης, καλός άνθρωπος και ο μεγαλύτερος πλακατζής. Εκοβαν κι' έραβαν με τον παππού τον Παύλο, θα μπορούσαν άνετα να κάνουν τον πιό σοβαροφανή να κατουρηθεί από το γέλιο.
"Ετσι ξεβράκωτη θα βγει;" απευθύνθηκε στην γυναίκα του "κι' εσύ δεν λες τίποτα; Θα την αφήσεις να βγει έτσι έξω;"
Η Ματίνα είχε ήδη βουρκώσει.
"Μην κλάψεις, θα χαλάσεις το μακιγιάζ" της είπε η μάνα της "Πως αλλιώς θα βρει γαμπρό; Δεν βλέπεις ότι μεγαλώνει; Θα μας μείνει στο ράφι." και συνέχισε κατατροπώνοντας όλα του τα επιχειρήματα μέχρι που εκείνος αποχώρησε ηττημένος κουνώντας το κεφάλι του.
Λίγα λεπτά αργότερα στην εξώπορτα, η θεία Ευαγγελία ξεσκονίζει το πέτο του Κούλη, ο Μάκης χαμογελάει αμήχανος, η Ματίνα "πάει γιά διασκέδαση".
"Να προσέχετε την αδελφή σας. Κι' εσύ κοίτα να βρεις κανέναν γαμπρό απόψε".
Εκλεισε η βαρειά ξύλινη πόρτα και έλεγα μέσα μου.
"Θα σ'αγαπάω εγώ Ματινούλα. Θα σου δώσω εγώ την αγάπη που σου στέρησαν".

Βρήκα αυτή την φωτογραφία πριν λίγο καιρό και με συγκλόνισε. Μπορώ άραγε να γίνω η αγκαλιά του εαυτού μου ή θα χρειάζομαι πάντα κάποιον άλλον; Και πρέπει να χρειάζομαι κάποιον άλλον ή πρέπει να γίνω αυτάρκης;
Ξύπνησα μέσα στην νύχτα και έτρεξα ν' ακούσω ένα τραγούδι. Αυτή ήταν από τις ωραιότερες αγκαλιές που έχω νοιώσει. Ακόμα μιά φορά έτρεξα στους πεθαμένους να βρω την αγάπη. Επειδή αυτοί σε έχουν ήδη πληγώσει.
Δεν ξέρω αν η ζωή είναι ένα παιχνίδι ή μία πορεία προς την αυτογνωσία ή αν είναι απλά μιά φάρσα. Κι'είναι όλα ένα κουβάρι.

Σάββατο, Φεβρουάριος 06, 2010

windowscape

/>

Τελευταία φορά την είδα στου Μεταξά.
Εσύ από παιδάκι μ' αγαπούσες πολύ.
Δεν χρειάστηκε να της το πω ποτέ.

Τελικά άνοιξε τα μάτια της
σήκωσε τα σκεπάσματα
άνοιξε το παράθυρο
έριξε μιά ματιά πίσω της
και πέταξε.

Μπήκαν στο δωμάτιο
πέντε λεπτά αργότερα
γαλήνη
η κουρτίνα ανέμιζε
άφηνε το φως να εισέρχεται
άδειο βρήκαν το κρεββάτι της.

Κλαίω και χαμογελάω._

little red riding hood


Η μητέρα Τερέζα έλεγε πως
όσο κρίνουμε τους άλλους
τόσο χάνουμε την ιδιότητα μας ν'αγαπάμε.

Κι' εγώ λέω:
έτσι απλά κόκκινο.
Οχι γιά να με σταματήσει
αλλά γιά να πάρω φόρα.

Ποιός ο λόγος να αναλώνομαι σε εξηγήσεις;
Πάντα έτσι ήμουν.
If you don't know me by now
you will never never never know me.
Και φεύγω.
Βαρέθηκα να φεύγω.
Το δυστύχημα είναι ότι βαρέθηκα και να έρχομαι.
Θα συνηθίσω.
Η όχι.

Μου είναι αδιάφορο αν έχω δίκιο ή άδικο
και τίποτα δεν μπορεί να με κάνει να νοιώσω καλύτερα.
Γιατί θα φοβάμαι πάντα να μην το χάσω.
Καλύτερα να μην έχω τίποτα.

Ηρθα σ' επαφή με το θηρίο.
Δεν ξέρω ποιός νίκησε.
Το ερώτημα γιά το ποιός είναι ο κακός ο λύκος
θα παραμείνει αναπάντητο
κι' η μητέρα Τερέζα έχει πεθάνει.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 05, 2010

Le Grand Macabre



από διαφήμιση στο facebook (οκ το είδαμε κι' αυτό)

Αφού εντοπίσατε και παρακολουθήσατε τους φίλους σας από το κινητό (άλλη διαφήμιση facebook ετούτη) ήρθε η ώρα (γιατί όχι;) να παρακολουθήσετε και τα φαντάσματα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας.
Μήπως φτάνει το μέσον του μήνα και βρίσκεστε χωρίς λεφτά; Σταματείστε πιά να ψάχνετε τις τσέπες σας γιά ψιλά και κάντε κάτι γιά να τρέχουν απ' τα πατζάκια σας.
Μην χάνεις χρόνο!! Κατέβασε το ghost detectors ΣΗΜΕΡΑ και γίνε ο GHOSTBUSTER του ΑΥΡΙΟ!!!
Βιαστείτε, μην ξεχνάτε πως πάντα οι πρωτοπόροι είναι που βγάζουν τα φράγκα, μετά τους μιμούνται όλοι οι άλλοι, αρχίζουν τις προσφορές και τα παζάρια, ρίχνουν τις τιμές, χαλάνε την πιάτσα.
GHOST DETECTOR το όπλο γιά την καταπολέμηση της ανεργίας που μαστίζει τον τόπο.
Γίνε ο επιχειρηματίας του αύριο κι' απέκτησε ότι ονειρεύεσαι. Μία Μερσεντές ή ένα Καγιέν, μιά βίλλα με πισίνα, και γιατί όχι; ακόμα και το δικό σου νησί. Ολα είναι πιθανά με το GHOST DETECTOR.
GHOST DETECTOR, το επάγγελμα του μέλλοντος, κατεβάστε το τώρα!!!

Αντε να γράψουμε και μιά μαλακία γιατί δεν βγαίνει κι' αυτή η νύχτα.
"We have a thirst, so we are living!" they realize as they sink back to earth.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 04, 2010

-


Ο γιατρός είπε ότι είναι θέμα ωρών. Και οι ώρες γίνανε μέρες. Το τηλέφωνο δεν χτυπάει. Παίρνω την μαμά μου κάθε τόσο να δω αν υπάρχουν νέα. Τι νέα να υπάρχουν; Θα βγει από την κωματώδη κατάσταση; Θα σηκωθεί από το κρεββάτι, θ' ανοίξει την μπαλκονόπορτα, θα ρίξει μιά ματιά πίσω της και θα πετάξει;
Γιατί οι καλοί άνθρωποι έχουν τους πιό επώδυνους θανάτους;
Γιατί πρέπει να φτάνουν στην εξαθλίωση;
Γιατί δεν τελειώνει πιά αυτό το μαρτύριο;
Χαίρομαι που εδώ και καιρό είμαστε στις μεγάλες μας αγάπες με την μαμά μου. Είχα μιά απαίσια διαίσθηση, φοβόμουν πως θα την χάσω φέτος. Που να φανταστώ πως ήταν η Ματινούλα μου που θα φύγει.
Απολαμβάνω την ζεστασιά και την αγάπη της μάνας μου. Της τα έχω συγχωρήσει όλα πάλι. Την τελευταία φορά που έμεινα σπίτι της κοιμηθήκαμε αγκαλιά. Δεν μ' ενοχλούσε το ροχαλητό της. Γυρνούσα πλευρό και κρατούσα το νυχτικό της με το ένα μου χέρι. Φοβάμαι τόσο μην μου πεθάνει. Την παίρνω τηλέφωνο και κλαίω, κλαίω, κλαίω. Κι' εκείνη η κακομοίρα έχει πάθει σοκ γιατί δεν φανταζόταν πως θα με πειράξει τόσο.
Είναι σαν να πεθαίνει ένα κομμάτι δικό μου, της είπα. Πάντα θεωρούσα πως έχουμε πολλά κοινά εγώ κι' η Ματίνα. Και τον τελευταίο ενάμισυ χρόνο περάσαμε και οι δύο πολύ δύσκολα. Εκείνη βέβαια είχε καρκίνο αλλά πίστευα πως θα τα καταφέρναμε και οι δύο.
Θα γίνουμε καλά, της έλεγα, όλα θα περάσουν και θα είμαστε πάλι καλά. Και θα τα ξεχάσουμε όλα, θα δεις.
Εγώ τι θ'απογίνω τώρα; Θα συνέλθω ποτέ;
Ναι οκ δεν πάω καθόλου καλά και το ξέρω. Δεν με νοιάζει.
Θα μπουν όλα σε τάξη. Μόνο να πάρει τέλος αυτή η δοκιμασία. Αν υπάρχεις, λύτρωσε την, σε παρακαλώ.

περιμένοντας



-Θέλω να δω την Ματινούλα μου.
-Δεν υπάρχει λόγος. Πήγε στον εγκέφαλο, δεν καταλαβαίνει τίποτα, οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα πιά, την πήγαν σπίτι να πεθάνει.
Μου άρεσε αυτό. Να πεθάνει σπίτι της, χωρίς βελόνες και ορούς στο κορμάκι της. Μ' αξιοπρέπεια. Ποιός ο λόγος να παρατείνεις το μαρτύριο;
-Ηθελα να την δω ακόμα μιά φορά.
-Δεν επικοινωνεί με κανέναν πιά.
Ηθελα να την ρωτήσω κάτι είναι η αλήθεια. Κι' ίσως να διάβαζα την απάντηση στα μάτια της. Ποτέ δεν χρειαζόταν να πούμε πολλά εμείς οι δύο. Αυτά τα μάτια που μόνο αγάπη έβλεπα μέσα τους, κι' όχι μόνο γιά μένα αλλά γιά όλους. Ευαισθησία και δύναμη. Και αντοχή. Την θαύμαζα. Ηλπιζα να μην της μοιάσω. Κάποια στιγμή αποφάσισα ότι θα ήταν το παράδειγμα προς αποφυγήν. Επειδή ήδη μοιάζαμε πολύ σαν χαρακτήρες. Θυσιάστηκε.
Γαμότο μου φεύγεις και δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω. Πες μου, το μετάνοιωσες;

Τετάρτη, Φεβρουάριος 03, 2010

beasts of burden

το blog, το facebook και ολίγη από Μεταναστευτικό


Η αβάσταχτη ελαφρότης του facebook που λέει μιά φίλη μου. Η αηδιαστική θα έλεγα εγώ. Δεν μας φτάνουν όλες αυτές οι προσκλήσεις γιά τα παν-ηλίθια γκρουπάκια που έχουν δημιουργηθεί από ένα σωρό ανόητους, εχω φτάσει στο σημείο να ντρέπομαι που είμαι ελληνίδα πλέον. Τόση βλακεία, τόση αμορφωσιά, τόσα γκρήκλις (άραγε ξέρουν να γράφουν ελληνικά οι νέοι σήμερα;). Δεν λέω το να θέλουν όλοι να είναι πρόεδροι ήταν πάντα ένα από τα εθνικά μας κουσούρια, αλλά αυτό πιά με τα γκρουπς έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Κάνε και συ ένα γκρουπ σήμερα, μπορείς! Στην αρχή γελούσα, είναι δυνατόν αυτός ο βλαξ με την ανορθογραφία του, ακόμα και στον τίτλο του γκρουπ, να πείσει κάποιον; Τελικά όπως φαίνεται είναι. Διότι στις μέρες μας μάλλον κανείς δεν κάθεται να σκεφτεί, ακολουθεί τα άλλα πρόβατα, κατά πως φαίνεται, εκεί που πάνε τα πιό πολλά. Είναι και η ασφάλεια της ομάδας. Και που ξέρεις, αν ανήκεις σε μία ομάδα ίσως και να ξεχωρίσεις.

Στην αρχή το facebook το είχα δει ως ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο και είπα να μπω να δω τι στην ευχή είναι, ε μετά βρήκα κάτι συμμαθητές από το δημοτικό και κάτι φίλους που είχα να δω χρόνια και ζαμάνια, χαμένα ξαδέλφια, χαμένους φίλους από το εξωτερικό, απ' όλα τα καλά βρήκα. Αλλά το πιό συγκινητικό ήταν όταν μου έστειλε αίτηση φιλίας ένα νέο παιδί 19 ετών. Τον ρώτησα αν γνωριζόμαστε και μου είπε ότι διάβαζε το μπλογκ μου τρία χρόνια! Κόντεψε να μου φύγει το σαγόνι από την έκπληξη. Τι στην ευχή το ενδιαφέρον βρίσκει και διαβάζει κάποιαν που θα μπορούσε να ήταν η μητέρα του; Στο κάτω κάτω δεν γράφω και τίποτα σπουδαίο. Εν τέλει γνώρισα και άλλα άτομα που όπως έμαθα ήταν αναγνώστες μου και είναι ευκαιρία να τους ευχαριστήσω γιατί μου ανέβασαν το ηθικό, το οποίον δεν είναι και στα πάνω του εδώ και καιρό. Ιδέα δεν είχα ποιοί με διάβαζαν, γιατί αν σκεφτεί κανείς τα keywords που κατά καιρούς παρατηρώ, είχα καταλήξει ότι με διαβάζουν μόνο ψυχανώμαλοι που ψάχνουν τσόντες. Βάλτε το ελληνίδα συν κάτι τσοντέ και ο Γούγλης θα σας παραπέμψει κατευθείαν στο σεμνό αυτό μπλογκ με τας εξοχάς, τα γατιά και τα λέλουδα.

Ε είχα εντελώς αηδιάσει μ' αυτό το θέμα, ας σταματήσω, σκέφτηκα, βαρέθηκα,
είχα και τις μαύρες μου και δεν είχα όρεξη να γράψω λέξη. Τι να μαυρίζω και άλλους ανθρώπους. Τι να πω-σε ποιόν-και ποιός θα καταλάβει κλπ. Βούτηξα λοιπόν στο facebook και αφέθηκα στην παρακμή. Το πόσα εγκεφαλικά κύτταρα έκαψα δεν ξέρω αφού κόλλησα και στα ανόητα παιχνιδάκια. Πλάκα είχε γιατί κατέληξα να παρακολουθώ τον εαυτό μου σε μία εικονική κοινωνία. Και το έβρισκα τρομερά αστείο γιατί τελικά έκανα τα ίδια σφάλματα που έκανα πριν επιλέξω την ζωή του ερημίτη. Να αγοράσω περισσότερη γη, να χτίσω μεγαλύτερο σπίτι, μετά περισσότερα σπίτια, λούσα, πλούτη, δέντρα, ζώα, νησιά, ψάρια. Τελικά ο καταναλωτισμός, έστω και βίρτουαλ, πάντα παραμονεύει, λίγο να τον αφήσεις, σε έχει κατακυριεύσει.
Αλλά το πιό ενδιαφέρον ήταν να παρακολουθώ τις αντιδράσεις των νεοεισελθέντων τσικό που ανακάλυπταν ωσαννά το νέο μέσον και βάλθηκαν ξέφρενα να το κατακτήσουν. Κλιπ κλοπ κλιπ κλοπ κατέφθασαν οι αγέλες των γραφέων και ποιητών. Κυρίως των ποιητών. Λίγωσα, έλεος, θα μου βγουν οι στίχοι από την μύτη. Εναν ακόμα να διαβάσω και θα κάνω εμετό. Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους, ίσα ίσα που συμπαθώ τους ποιητές, όμως όλο αυτό είναι too much. Too many words. Ηχορύπανση! Και το κακό είναι ότι καίγονται και τα χλωρά με την υπερβολική πληροφορία. Μην θίξω καλύτερα το θέμα των αλληλοτεμενάδων γιατί είναι τουλάχιστον αντιτουριστικό. Πολύ σορόπι βρε παιδιά και θα ανεβάσουμε και κανα ζάχαρο.
Κι' αν κάποτε τα μπλογκς μου είχαν φανεί σαν ένας εντελώς ρηχός κόσμος, τι να πει κανείς γιά εκεί; Φωνές, φωνές, φωνές που διαλαλούν την πραμάτεια. Δεν ξέρω έφτασα πάλι να νοιώθω ότι ξεπουλάω τον εαυτό μου ακόμα και που συμμετέχω σ' έναν τέτοιο χώρο. Με κούρασε το παζάρι. Πολύ.
Επιθυμώ την γαλήνη μου και νοστάλγησα την ησυχία μου. Ν' ακούγεται μόνο η θάλασσα και η σκέψη μου.
Κάθομαι και ξεχωρίζω τις φωτογραφίες μου. Μερικές δεν έχω κουράγιο να τις σβήσω, κι' ας είναι και μέτριες. Κάθομαι και τις κάνω βιντεάκια. Αυτή η ομορφιά ήταν η ζωή μου. Και την κλώτσησα. Εχασα την επαφή μου με τον τόπο. Πρέπει οπωσδήποτε να ξαναμπώ στο tableau vivant, να γίνω μέρος του, να ξαναφροντίσω τον παραμελημένο κόσμο μου. Κι' ο βασικός λόγος είναι επειδή δεν αντέχεται πιά όλη αυτή η ασχήμια εκεί έξω.

Και κάτι που μ' ενόχλησε αφάνταστα σήμερα. Μου έστειλαν προσκλήσεις γιά ένα γκρουπάκι που λεγόταν ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΝΑ ΤΕΘΕΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΟΥ ΛΑΟΣ - ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.
Ρε σεις πάτε καλά; Εσείς που θέλετε να φιμώσετε ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας δεν είσαστε ρατσιστές; Και πόσο δημοκρατικό είναι να ζητάτε να μην γίνει δημοψήφισμα; Μήπως επειδή φοβόσαστε το αποτέλεσμα; Πόσο υποκριτές είσαστε όταν αγωνίζεστε να κάνετε όλους τους μετανάστες Ελληνες και θέλετε να θέσετε εκτός νόμου άλλους Ελληνες; Τι θα τους κάνετε; Μήπως ν' ανοίξουμε την Μακρόνησο και την Γυάρο;
Ετσι θα πάτε μπροστά; Με την διχόνοια;
Μπράβο μας ρε, κάθε μέρα και χειρότερα. Αξίζουν συγχαρητήρια στους εγκέφαλους που σκέφτηκαν ότι με το Μεταναστευτικό θα ξεχάσουμε την πείνα και την ανασφάλεια. Κι' έτσι αντί να βγούμε με τα κονσερβοκούτια να τους κυνηγήσουμε θα φάμε ο ένας τον άλλον γιά τους μετανάστες.

Τρίτη, Φεβρουάριος 02, 2010

Γιατί ρε μαλάκα ΝΖ 6772;



Και το μαλάκας είναι επιεικής όρος. Τι να πει κανείς γι' αυτόν τον υπάνθρωπο;
Είναι αντριλίκι, εξυπνάδα, τι είναι;
Και τι κέρδισε; Δέκα πόντους από εκεί που του λείπουνε; Γιατί έχει πλέον αποδειχθεί και επιστημονικά ότι οι κυνηγοί πάσχουν. Τι κέρδισες ρε μαλάκα; Τρείς πόντους ύψος ή πέντε γραμμάρια μπαλάκια;
Και πως πρέπει να τιμωρούνται αυτές οι συμπεριφορές; Και από ποιόν; Γιατί ο νόμος ως γνωστόν χωλαίνει, όσο ακριβώς και το δικαστικό μας σύστημα. Θα πάθει ότι έπαθαν όλοι οι άλλοι άρρωστοι που κρεμάνε σκυλιά, λύκους, γουρούνια. Τίποτα δηλαδή. Κανείς δεν είδε, κανείς δεν ξέρει, έλα μωρέ πως κάνεις έτσι γιά ένα ζώο;
Και πόσο άδικο θα έχει κάποιος που θα πάει να του κάνει το αμάξι καινούργιο (δεν θέλει και πολύ) και την φάτσα μπλε μαρέν; Γιατί θα πρέπει να τιμωρηθεί; Στο κάτω κάτω δεν θα τον τρυπήσει με σύρμα και θα τον σταυρώσει όπως έκανε εκείνος στο γεράκι.
Αλλά είναι μόνο ένα πουλί θα μου πείτε, ενώ ο άλλος είναι άνθρωπος. Ποιός άνθρωπος; Ετσι νοείται η ανθρωπιά σήμερα;
Πόσο καιρό θα ανεχόμαστε αυτή την αρρώστεια με τον κάθε ψυχάκια που γουστάρει να βασανίζει και να σκοτώνει ανυπεράσπιστα ζώα γιά το χόμπυ του, την πλάκα του, την αρρώστεια του; Και πόσο ένοχες είναι οι τοπικές κοινωνίες που σιωπούν;
Αυτός ήταν ένας πετρίτης που κάποιο καθίκι θεώρησε πως βάζοντας τον στην σακαράκα του απέκτησε πρεστίζ. Στην Ελλάδα, αντίθετα από τους μαλάκες δεν περισεύουν οι πετρίτες. Ας επιβραβεύσουμε την μαγκιά του και ας τον αφήσουμε ατιμώρητο. Ελα μωρέ, ένα γεράκι ήταν μόνο...
Σκέφτομαι ότι αν κάποιος κυκλοφορούσε έτσι σε κάποια από τις Ευρωπαικές χώρες θα σηκωνόντουσαν και οι πέτρες. Γειά σου ρε Ελληνα Ευρωπαίε, γειά σου Ελλάδα λίκνο εσύ του πολιτισμού με την οικολογική ανάπτυξη και τις πράσινες μπίζνες. Ιδού το πρόσωπο σου!

Δευτέρα, Φεβρουάριος 01, 2010

Σαν παραμύθι



Οι πύργοι



ο κόνδορας βασιλιάς



κι' υπήκοοι τα φλαμίνγκο.


Ενα από τα σχόλια έλεγε
If you are a sensitive person you will cry with the beauty

too many words