Τετάρτη, Ιούνιος 30, 2010

ο Ulysses





Tον Ulyssako μας τον έδωσε μιά φίλη μου Ολλανδέζα, η Σέλμα. Ητο δε αποτέλεσμα ατυχήματος, μιά στιγμή της ξέφυγε η πανέμορφη άσπρη σκυλίτσα της και γύρισε ολίγον έγγυος. Κατάφερε να δώσει μερικά, της είχαν ξεμείνει δύο κουτάβια και ήταν απελπισμένη. Τελικά παρακαλέσαμε τους γονείς του Μιχάλη να πάρουμε ένα δεύτερο σκυλί γιά να κάνει παρέα στο άλλο μας σκυλί, τον Οscar που είχε μείνει μόνος του μετά το τραγικό ατύχημα του Ulysses no 1 που τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο λίγες εβδομάδες πριν και είμασταν απαρηγόρητοι άνθρωποι και σκύλος.
Το κουταβάκι ήταν πανέμορφο όπως όλα τα κουταβάκια και έφερε χαρά στο σπίτι. Ο Οσκαρ τον υιοθέτησε αμέσως και τον παρακολουθούσαμε να τον μαθαίνει κόλπα του τύπου πως κλέβουμε τα σταφύλια από την κρεββατίνα ή τα απλωμένα αμύγδαλα γιά να στεγνώσουν στην ταράτσα ή πως κουνάμε την αχλαδιά να πέσουν τ' αχλάδια. Τελικά και τα δύο σκυλιά ήταν φρουτοφάγοι και μεγάλοι κλέφτες, δεν άφηναν φρούτο γιά φρούτο στα δέντρα, ένας αγώνας δρόμου ποιός θα προλάβει να τα μαζέψει.
Κι' ενώ ο Οσκαρ είχε πάντα μιά γλύκα και ένα στοχαστικό βλέμμα φιλόσοφου, ο Ulysses ήταν το χαζοχαρούμενο καλωσυνάτο παιδί της μαμάς και ήθελε πολλές αγκαλιές όπως όταν ήταν κουτάβι. Μόνο που είχε γίνει πολύ μεγάλος και πολύ βαρύς πλέον. Απορίας άξιον βέβαια γιατί το πεθερικόν, κατά την γνώμη μου, δεν τα τάιζε αρκετά. Εκλεβα κροκέτες από το αποθηκάκι και τους τάιζα κρυφά.
Και κάποια στιγμή τσακώθηκε ο Μιχάλης με τους γονείς του και φύγαμε από το σπίτι. Και μας έλειπαν αφόρητα τα σκυλιά. Και όποτε περνάγαμε έξω από το σπίτι ελπίζαμε να τα δούμε στην εξώπορτα. Και μερικές φορές πηγαίναμε και τα χαιδεύαμε. Πολύ με πονούσε αυτό. Κυρίως το παραπονεμένο βλέμμα τους.
Και μετά φύγαμε από την Πάρο και δεν τα ξαναείδαμε παρά μόνο αφού είχε πεθάνει ο πατέρας του Μιχάλη. Τα ξαναείδα όταν πήγαμε συνοδεύοντας το φέρετρο, γιατί τον πέρασαν από το σπίτι να το αποχαιρετίσει. Και τα σκυλιά έκαναν σαν τρελλά, κι' εγώ είχα σαπίσει στο κλάμα και όλοι νόμιζαν πως ήταν γιά τον Αντώνη (οκ ήταν και γιά τον Αντώνη) αλλά ήταν τόση η συγκίνηση μου που έβλεπα ξανά τα σκυλιά και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Κι' άκουσα κάποια Παριανή που έλεγε "είδες πως κλαίει η νύφη, θα τον αγαπούσε πολύ τον μακαρίτη". Και μετά έβλεπα και τον Χρήστο που κάνει μερικές φορές μεροκάματα στο σπίτι και ήταν φίλος του Αντώνη που είχε πέσει στο τσιμέντο και πήγε να κάνει θρηνωδία του στυλ "πατέρα μου που μας άφησες" (πατέρας του δεν ήταν αλλά το είπε έτσι γιά να δείξει πόσο δυνατό δεσμό είχαν), κι' εγώ τόση τραγωδία δεν την αντέχω και μ' έπιασε νευρικό γέλιο.
Το πόσο μελαγχολικά ήταν τα σκυλιά μετά τον θάνατο του Αντώνη (άλλωστε ήταν ο μόνος που τα χάιδευε πλέον αφού εμείς ζούσαμε πιά στην Αθήνα) ήταν κάτι που με συγκλόνισε. Πένθος στην κυριολεξία και τον έψαχναν γιά δύο τρία χρόνια.
Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν είναι ίδιο απ' όταν πέθανε ο Αντώνης. Νοιώθεις τον θάνατο παντού. Οταν πηγαίνουμε γιά διακοπές η μόνη μου χαρά είναι τα σκυλιά. Πίστευα ότι ο Οσκαρ θα έφευγε πρώτος, μάλιστα προετοιμάστηκα και ψυχολογικά ότι δεν θα τον ξαναδώ. Δεν έχει πιά δόντια και είναι κουρασμένος. Και πάντα αυτή η θλίψη στο βλέμμα. Αντίθετα ο Ulyssάκος ήταν το χαρούμενο μωρό όπως πάντα και προσπαθούσε ν' ανέβει στην καρέκλα μου γιά να τον πάρω αγκαλιά όπως τότε που ήταν κουτάβι.
Σήμερα το πρωί το πεθερικόν τον βρήκε να κοιμάται έξω από το κελλάρι. Δεν ήταν άρρωστος, δεν ήταν τόσο μεγάλος, 10 χρονών μόνο ήταν και ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Ετσι απλά κοιμήθηκε. Αντίο μωρούλι μου, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.
Τι να πω γι' αυτή τη χρονιά πιά, το 10 το καλό ήταν, αει σιχτίρι πιά. Θα συμβεί κάτι καλό ή θα ξεχάσω πως γελάνε;

Δευτέρα, Ιούνιος 28, 2010

We'll love you just the way you are if you're perfect



Γιά όλους όσους μας "αγαπούν" και προσπαθούν να μας μετατρέψουν σε κάτι που δεν είμαστε.

Παρασκευή, Ιούνιος 25, 2010

η τέως κλειδοκράτωρ


Μέχρι τα 24 που έμεινα μόνη μου είχα ρεκόρ και συναγωνισμό με την μάνα μου. Ποιά ξεχνάει ή χάνει πιό συχνά τα κλειδιά της. Μέχρι που ξαφνικά άλλαξα. Εγινα υπεύθυνη!
Κι'είχα φτάσει κάποια στιγμή να έχω μιά τριανταριά κλειδιά στο πορτκλέ μου, τρία πορτκλέ γιά την ακρίβεια, όλα μαζί πιασμένα γιατί σιγά μην έφτανε ένα. Και μ’ άρεσε αυτή η αίσθηση δύναμης και υπευθυνότητας. Κάποια κλειδιά είχαν ένα ιδιαίτερο βάρος γιά μένα, όπως το κλειδί του εργοστασίου ή το κλειδί από το χρημοτοκιβώτιο. Ασε δε που εγώ που ξέχναγα μέχρι και την τσάντα μου, τα κλειδιά μου είχαν γίνει η προέκταση του χεριού μου. Που να ξεχάσεις τέτοιο μπόγο!
Κάποτε μάλιστα από το βάρος στράβωσε εκτός από το κλειδί και η κλειδαριά της μίζας του αυτοκινήτου μου και αναγκάστηκα να την αλλάξω γιατί δεν έπαιρνε μπροστά...
Αυτά δύο δεκαετίες πίσω, ίσως και περισσότερο. Τώρα υπάρχουν ελάχιστα κλειδιά και ακίνητα από αυτά και δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε με πονάει πιά εκτός από μερικές στιγμές που με πιάνει το παράπονο. Μετά σκέφτομαι τις ευθύνες και τα άγχη της εποχής εκείνης και αναστενάζω ανακουφισμένη και πολύ ελαφρύτερη.
Ηταν ωραία να είμαι πλούσια, να ξοδεύω χωρίς να σκέφτομαι, ν' αγοράζω όμορφα ρούχα, να ταξιδεύω. Αλλά όλα αυτά είχαν ένα κόστος άγχους που δεν ξέρω αν θα ήθελα να το ξαναβιώσω. Προτιμώ έτσι, όσα λιγότερα έχεις, τόσο λιγότερο ανησυχείς μην τα χάσεις. Και συνήθισα.
Τα κλειδιά που κληρονόμησα χάθηκαν, αντίθετα αυτά της αυτογνωσίας που απέκτησα μόνη μου ήταν πιό πολύτιμα τελικά. Βλέπω γύρω μου όλους τους φίλους, γνωστούς, συγγενείς που χρωστάνε σε κάρτες και τράπεζες και θα ήθελα να τους πω πως δεν είναι το τέλος του κόσμου. Αλλά ξέρω πως δεν μπορούν να το δουν αυτή τη στιγμή.
Αφορμή γι'αυτό το ποστ ήταν ένας συμπαθέστατος μαγαζάτορας. Πάντα χάζευα τα καλόγουστα πράγματα που είχε στο μαγαζί του, κάποιες φορές αγόραζα κάτι, πάντα είχε κι' άλλους πελάτες το μαγαζί, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Και ξαφνικά πριν λίγες μέρες μπήκα να πάρω ένα δωράκι και πιάσαμε την κουβέντα. Πρώτη φορά είδα το μαγαζί με τα υπέροχα πράγματα τόσο άδειο. Στεναχωρήθηκα. Μόλιστα στο μυαλό μου αυτόματα διπλασίασα το ποσό που είχα σκοπό να ξοδέψω. Εψαχνα οπωσδήποτε να βρω κάτι ν'αγοράσω. Είναι κρίμα να κλείσει, σκεφτόμουν. Εχουν κλείσει τόσα μαγαζιά στο Φάληρο, όπως παντού. Εχουν κλείσει μέχρι και τα τρία ζαχαροπλαστεία της πλατείας, ανάμεσα σ' αυτά και ο Παχός. Ο Παχός!
Περιφερόμουν ανάμεσα στα όμορφα αντικείμενα και δεν ξέρω πως, πιάσαμε την κουβέντα. Και ξεδιπλώθηκαν οι ζωές μας μέσα σε ένα μισάωρο. Και μου μίλησε γιά την κόρη του, γιά τους φόβους του, γιά τα χρέη του και με ρώταγε συνέχεια.
"Πες μου πως φτάσαμε ως εδώ χωρίς να το καταλάβουμε;"
"Lifestyle, τα θέλαμε όλα κι'ακόμα περισσότερα".
Μετά του είπα πως έχω μπλογκ (δεν ξέρει ποιό) και μου ζήτησε να γράψω την ζωή μου. Δεν μπορώ του είπα, με πονάει ακόμα.
"Γράφτα να μάθουμε κι' εμείς πως θα ζήσουμε χωρίς όλα αυτά" ήταν η τελευταία κουβέντα του.
"Μα ποτέ δεν τα είχαμε ανάγκη" του είπα και τον αποχαιρέτισα γιατί μπήκε πελάτης και είχα ήδη αργήσει. Ανταλλάξαμε τις εμπειρίες μας και τις ζωές μας αλλά όχι τα ονόματα μας. Γειά σου φίλε! Να είσαι πάντα καλά! Και όλα θα πάνε καλά, θα δεις.

Τετάρτη, Ιούνιος 23, 2010

Πως μαθαίνεται η αγάπη άραγε;



Μαθαίνουμε ν' αγαπάμε κυρίως μέσα από τα τραγούδια;
Ακούω παλιά τραγούδια και βρίσκω στίχους που νομίζω έχουν προκαθορίσει το ποιά είμαι. Συχνά αναρωτιέμαι το ποιά θα ήμουν δίχως αυτό το τραγούδι, αυτό το ποιήμα ή η αυτή την ταινία.
Αυτό το τραγούδι σημάδεψε μιά ολόκληρη εποχή. Είχε πεθάνει ο πατέρας μου και όπως έχω ξαναγράψει κλείστηκα σε έναν κόσμο σιωπής γιά δυό χρόνια. Ο σκύλος μου ο Γκρούβυ και το κόκκινο κασετόφωνο που μου έφερε δώρο η μητέρα μου και το Jesus Christ Superstar που ήταν οι πρώτες κασέτες που απέκτησα. Κι' αυτό το τραγούδι που το έπαιζα ξανά και ξανά.
Πως να τον αγαπούσα; Υπήρχε κάποιος τρόπος άραγε να φτάσει η φωνή μου κοντά του, να την νοιώσει εκεί που βρισκόταν; Και δεν θα τον ξεχνούσα ποτέ ποτέ ποτέ. Κι' αν η αγάπη μου ήταν αρκετή ίσως να έμενε γιά πάντα κοντά μου. Γιά πολλά χρόνια έβλεπα στον ύπνο μου ότι ξαναγύριζε.
Κάποια στιγμή μετά από τρία νομίζω χρόνια το πένθος είχε λίγο καταλαγιάσει. Εκρυψα τις κασσέτες και δεν το άκουσα ξανά. Επειδή ανήκα στους ζωντανούς, επειδή με πονούσε αφάνταστα και έπρεπε να σταματήσω να ξύνω την πληγή. Κι' έπρεπε επιτέλους να συνεχίσω την ζωή μου.
Στον ενήλικο κόσμο μου πάλι σιωπή. Και μπορώ ν' ακούω αυτό το τραγούδι όσες φορές θέλω αλλά μόνο με τ' ακουστικά μου για να μην ενοχλώ.

Ελεγα πως θα μείνεις γιά πάντα. Σ'έχω χάσει όμως. Και μου λείπεις. Μεγάλωσα άραγε;

summertime



Η περιστροφή του γύρω από τον ήλιο διαρκεί 165 χρόνια
αν είχαμε λοιπόν γεννηθεί στον Ποσειδώνα
δεν θα προλαβαίναμε να γνωρίσουμε όλες τις εποχές.
Δεν μ' αρέσει ο χειμώνας
ενώ λατρεύω τα καλοκαίρια.
Το 1960 μπήκε η Ανοιξη στο νότιο ημισφαίριο του Ποσειδώνα
και διήρκεσε περίπου τέσσερις δεκαετίες.
Το 2005 άλλαξε εποχή.
Ηey είναι ακόμα καλοκαίρι εκεί!

Summertime, and the livin' is easy
Fishes are jumpin' and the cotton is high

Μπορεί να μην έχει χωράφια με μπαμπάκια
ούτε τεμπέλικα ποτάμια του Νότου
και σίγουρα δεν έχει βατράχια
από νούφαρο σε νούφαρο να χοροπηδούν.
Δεν πειράζει όμως γιατί μπορείς τα μάτια να κλείσεις
χαρούμενα πρόσωπα και άσπρα λινά ρούχα να δεις
και μην ξεχνάς να φοράς το ψαθάκι σου.
Εγώ είμαι κάπου στην εικόνα
ίσως κάτω από μιά ιτιά
έχω ένα ώριμο στάχυ στο στόμα
σε χαζεύω και χαμογελάω.

So, hush little baby, don't you cry
τώρα που ξέρεις πως το αιώνιο
(όσον αφορά την διάρκεια της ανθρώπινης ζωής)
καλοκαίρι υπάρχει
ή τουλάχιστον κάποια λωρίδα χρόνου που μπορείς να παγώσεις
(ν'αφήσεις αυτό το συναίσθημα να αιωρείται γιά πάντα).

One of these mornin's you're gonna rise up singin'
Then you'll spread your wings, and you'll take to the sky

Τρίτη, Ιούνιος 22, 2010

διάσωσις σαύρας κολοβής


Σήμερα η καλή πράξη της ημέρας ήταν η εξής, η διάσωσις σαύρας κολοβής. Την είχε στο στόμα της η Ινάνα και έπρεπε να της την πάρω με το μαλακό. Ανοιξα μιά μυρωδάτη γατοκονσέρβα και η Ινάνα την άφησε και ήρθε τρέχοντας. Ετρεξα κι' εγώ και βούτηξα το φαράσι και την σκούπα και κατάφερα να την βάλω μέσα. Το κακόμοιρο ήταν πολύ ήρεμο, σοκαρισμένο προφανώς. Περίμενε υπομονετικά να βάλω μπαταρίες και την κάρτα στην φωτογραφική μηχανή, πήρε και πόζα και ιδού το αποτέλεσμα. Μετά την έβγαλα στο μπαλκόνι, σήκωσε το κεφαλάκι της, είδε πρασινάδα και πήδηξε στον κήπο και στην ελευθερία.
Ελπίζω να μην την ξαναδώ, αν και η κολοβή ουρά μαρτυράει πως ήταν η δεύτερη φορά που την έπιασε κάποιο απ' τα γατιά μου. Εχει καταντήσει αηδία αυτό πιά με τα θηράματα και τα ψοφίμια. Ξύπνησα πριν λίγες μέρες και βρίσκω το κεφαλάκι από ένα ποντικάκι πάνω στο άσπρο ριχτάρι του καναπέ μαζί με το ανάλογο αίμα. Δεν είμαι εγώ γιά τέτοια θεάματα, εγώ που ούτε σε ντοκυμαντέρ δεν αντέχω την βία. Αλλάζω κανάλι κάθε φορά που δείχνει λιοντάρια να κυνηγάνε γαζέλες. Και είμαι απαρηγόρητη όταν πεθαίνει ένα ζώο σε ταινία.
Ολη την νύχτα τα γατιά μου κυνηγάνε. Βρίσκω το πρωί ψόφιες κατσαρίδες, σαμιαμίδια που τα λατρεύω, φτερούγες πουλιών και άλλα σιχαμένα. Ωρες ώρες η εξοχή είναι εντελώς αηδία. Και μετά είναι αυτές οι στιγμές όπως το να χαρίζεις την ζωή σε ένα πλασματάκι και είναι ευλογία. Εγώ τουλάχιστον έτσι το αισθάνομαι.

Τρίτη, Ιούνιος 15, 2010

Ιούνιος


Οκ τα πράγματα έχουν ως εξής. Δεν τα πάω διόλου καλά με την ζέστη, πονάω ακόμα πολύ, τελικά το γύρισμα του ώμου είχε αποτέλεσμα κοίλη δύο σπονδύλων (τα κατάφερα πάλι). Υποτίθεται ότι με φυσιοθεραπείες και κολύμπι θα περάσει. Κολυμπάω κάθε μέρα αλλά πονάει το χέρι μου και ώρες ώρες και τα δόντια μου (με το ούζο παραμάσχαλα είμαι)και το κεφάλι μου μερικές φορές. Υποτίθεται ότι όλα αυτά είναι αντίδραση στην φυσιοθεραπεία και ότι θα περάσουν.
Κουρασμένη νοιώθω πάλι, κουράστηκα να πονάω βασικά. Δεν θυμάμαι τα χάπια μου και τα παίρνω όποτε μου έρθει, δεν τηρώ ώρες γευμάτων, ούτε διατροφή, ξεχνάω να φάω ή βαριέμαι, τουλάχιστον προσέχω και ζάχαρη δεν έχω ξαναβάλει στο στόμα μου. Και ζάχαρο σταμάτησα να μετράω. Βαρέθηκα. Το να ζω με πρόγραμμα εγώ, έχω κάθε καλή διάθεση αλλά είναι ένας ρόλος που δεν μπορώ να παίξω γιά μεγάλο διάστημα. Ημουν, είμαι και θα παραμείνω χύμα στο κύμα στην κυριολεξία. Αυτή είμαι.
Τα κέφια είναι συνήθως καλά, καλοκαίρι, θάλασσα, η υπέροχη αίσθηση του ήλιου στό δέρμα, τα ανθισμένα φούλια, τα μπουγαρίνια, τα γιασεμιά, οι πετούνιες, τα χρώματα, το φεγγάρι, ο φλοίσβος. Μαγεία, συναισθήματα, ζωή.
Εβγαλα το πανέρι με τα θαλασσόξυλα που είχα φυλαγμένα. Είπα να φτιάξω ένα καραβάκι. Είναι κάτι που θέλω χρόνια να κάνω. Αρχισα με την θάλασσα. Τώρα το πότε θα βρω ένα ξύλο που να είναι όπως το θέλω γιά το σκαφάκι άγνωστον. Μπορεί να βρω ένα στο μέλλον. Η μπορεί και να μην βρω. Μου είναι αδιάφορο. L'arte non finita. Ποιός ο λόγος να τελειώσεις κάτι;

Δευτέρα, Ιούνιος 14, 2010

αμνησία


Κάπου είχα διαβάσει πως
ξεχνάμε τα λόγια που μας έχουν πει
και πως αντίθετα δεν ξεχνάμε την αίσθηση.
"Μ'αγαπάς;" ήταν η ερώτηση ενός μικρού παιδιού.
"Από εδώ ως τον ουρανό" ήταν η απάντηση.
Η λάθος απάντηση.
Οσο ο ουρανός και πέρα απ' αυτό.
Δεν έχω πιεί τίποτα.
Μέθυσα.
Καταργείς την λογική μου ψιθύρισα
και λιποθύμησα.
Οταν συνήλθα έπρεπε να ξεχάσω.
Δεν ήταν άνθρωπος
ήταν μιά αίσθηση που ονειρεύτηκα.
Ο εισπράκτορας απαιτούσε το αντίτιμο.
"Που πάτε;"
"Δεν ξέρω."

Σάββατο, Ιούνιος 12, 2010

Ουρανέ



Κάποτε ήμουνα σκυλού, φανατικά σκυλού. Σόλο ντόναι, ανήκουστα πράγματα εκείνη την εποχή, σηκωνόμασταν μέσα στην νύχτα και πηγαίναμε Αντζελα απλά και μόνο γιά ν' ακούσουμε το Ουρανέ μου, μετά τις μία το έλεγε. Και ακουγόντουσαν οι πρώτες νότες και έλεγε η Αντζελα "ουρανέ" και ιιιι ήτο η απόλυτη ανατριχίλα. Και ήμουν τόσο καψούρα με τον Κέβιν που ειλικρινά δεν μ' ένοιαζε να ξέρω που είναι και τι κάνει, αρκεί να ήταν καλά. Τόση λατρεία!
Επίσης συχνάζαμε σε μπουζουκλερί στην Συγγρού επ' ονόματι Αθήνα και μας ξέρανε όλοι, από τραγουδιστές μέχρι λουλουδούδες. Και τυχαίνανε βραδυές που είμασταν οι μόνες γυναίκες στο μαγαζί και γύρω μας όλα τα τραπέζια γεμάτα άντρες μόνους και μεθυσμένους. Και μας έστελναν ποτά και φιλάκια και νοήματα "έλα έξω να τα πούμε" και τελικά όταν φεύγαμε είχαμε ολόκληρη διαδικασία γιά να μην μας ακολουθήσουν και μας πετύχουν στην έξοδο, όπως δεν πληρώναμε και φεύγαμε, αλλά πληρώναμε και μέναμε κανένα μισάωρο τουλάχιστον και σηκωνόμασταν στα ξαφνικά και όπου φύγει φύγει να μην μας προλάβουν ή φεύγαμε μία μία γιά την τουαλέτα και την κάναμε προς την έξοδο.
Αντίστοιχα επισκεφτόμασταν και άλλους ναούς της νύχτας, όσο πιό σκυλάδικο τόσο το καλύτερο, εκεί όμως δεν πηγαίναμε μόνες γιατί κάποια μαγαζιά ήταν όντως ολίγον κάπως. Ενα από τα πιό εκλεκτά ήτο και η Ταιτή της Γλυφάδος. Ολο το ανφάν γκατέ. Κι' ένα άλλο που δεν θυμάμαι το όνομα του που ήταν σε όροφο στην Συγγρού και ήτο φίσκα στα τραβεστί. Α και ένα άλλο έκτακτο στην πλατεία Βικτώριας (νομίζω) που είχαμε πάει με μιά παρέα γκάνγκστερ (αλήθεια έχω κάνει και τέτοιους παρέα από περιέργεια). Και όπως σκύβει ο διπλανός μου, που μου την έπεφτε κιόλας (τι φρίκη) να και το περίστροφο που μισοφάνηκε. Το βλέπει ο κολλητός μου που ήταν φοβιτσιάρης.
"Μωρή θα μας σκοτώσουνε εδώ μέσα μ' αυτούς πάμε να φύγουμε".
"Σκάσε ρε, έχει πλάκα. Κάτσε να δούμε τι θα γίνει".
Και πράγματι εγώ το καταδιασκέδαζα κυρίως επειδή κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα (δεν είχε πολλά τραπέζια εκείνο το βράδυ το μαγαζί, αφού οι κονσοματρίς ήταν πιό πολλές απ' τους πελάτες) οι συνδαιτημόνες μας κοιτούσαν ανήσυχοι να δουν ποιός μπήκε.
"Πάμε μωρή να φύγουμε, θα μπει η αντίπαλη συμμορία και θα μας γαζώσουνε" επέμενε ο κολλητός.
"Η η αστυνομία και θα μας πάνε μέσα" συμπλήρωνα ξεκαρδισμένη.
Ετσι μπορώ να πω ότι έχω "διασκεδάσει" σε ότι το χειρότερο υπήρχε στο λεκανοπέδιο ΑΘηνών. Εβρισκα χάρμα όλη αυτή η παρακμή γύρω μου.

Είναι μιά πολύ ωραία βραδυά απόψε. Εχω ξαπλώσει στο μπαλκόνι, δίπλα μου ένα ανθισμένο φούλι και ένα μπουγαρίνι μ' έχουν μαγέψει με την μυρωδιά τους. Ακουγα ιταλικά τραγούδια αλλά αποφάσισα πως ο φλοίσβος ήταν η ιδανική μουσική γι' απόψε. Μαγεία, συναισθήματα, ζωή.
Τελικά τώρα ξέρω που είναι ο Κέβιν μου, απ'το πολύ ουρανέ μου βοήθα τον να' ναι καλά, τον πήρε κοντά του να τον φροντίζει.
Ηθικόν δίδαγμα που μου άφησε εκείνη η εποχή. Καψουρεύεσαι πολύ πιό άγρια με τα ελληνικά τραγούδια τελικά επειδή είναι η γλώσσα σου. Γαμότο!

Τετάρτη, Ιούνιος 09, 2010

Certi amori regalano un emozione per sempre!



Γιά το Ειρηνάκι μου έχω γράψει πολλές φορές γιατί είναι ένας από τους πιό δικούς μου ανθρώπους. Ενα κομμάτι μου. Μέναμε στην ίδια πολυκατοικία και την ξέρω από την μέρα που γεννήθηκε. Ο πατέρας της ήταν ο θυρωρός της πολυκατοικίας και η πρώτη μου αγάπη. Ο Μάμος (Μάρκος) ήταν από τις πρώτες λέξεις που είπα και τον λάτρευα. Οταν γεννήθηκα δεν είχε παιδιά και ασχολιόταν συνέχεια μαζί μου. Αργότερα μας πήγαινε και σχολείο. Στην εφηβεία λίγο τα χαλάσαμε επειδή με κάρφωνε στην μάνα μου. Το μάτι της Μόσχας ήταν. Εφευγε η μάνα μου κάθε Σαββατοκύριακο και γύρναγα εγώ ξημερώματα στο σπίτι. Τον πετύχαινα στον κήπο συνήθως. Φτου, έλεγα, πάλι θα με καρφώσει και θα μάθει η άλλη τι ώρα γύρισα. Ο Μάρκος ήταν πάντα γιά μένα κάτι σαν θείος μου, μπορούσα πάντα να βασιστώ ότι θα με φροντίσει, θα με ξελασπώσει, άσε που δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξω κλειδαρά αφού ξέχναγα πάντα τα κλειδιά μου. Παλιότερα ανέβαινε από το μπαλκόνι, μετά απέκτησε και εκείνο το εργαλείο που είναι σαν βελονάκι και άνοιγε την πόρτα στο πιτς φυτίλι. Ο Μάρκος και η Ιωάννα απέκτησαν δύο κόρες, την Μαρία (που έπαιζα μικρή) και ήταν κοντά στην ηλικία μου και την Ειρήνη που ήταν δέκα χρόνια πιό μικρή. Με την Μαρία ποτέ δεν κάναμε παρέα όταν μεγαλώσαμε ενώ αντίθετα με την Ειρήνη είμασταν κάτι σαν αδελφές. Ηταν η αδυναμία της μάνας μου και όλο μέσα στο σπίτι μας ήταν. Μπορώ να πω ότι και αυτό το παιδί το μεγάλωσα. Θυμάμαι την μέρα που της ήρθε η πρώτη περίοδος, τους πόνους που είχε πάντα, τα πρώτα της γκομενιλίκια, τις συμβουλές που μου ζητούσε, τον θαυμασμό που είχε σε μένα επειδή ήμουν μεγαλύτερη. Θυμάμαι μιά νύχτα, Αύγουστος ήταν και έλειπαν όλοι από την πολυκατοικία. Είχαν μπει κλέφτες, ακούγαμε τα βήματα τους ενώ ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες με σβηστά τα φώτα. Εγώ και η Ειρήνη μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Εγώ όπως πάντα είχα πάει στην κουζίνα και είχα πάρει ένα χασαπομάχαιρο. "Μην σε νοιάζει ρε, θα καθαρίσω εγώ" της έλεγα. Αυτά και άλλα πολλά. Οπως τις νύχτες που οι γονείς της έπεφταν γιά ύπνο κι' εκείνη το έσκαγε και βγαίναμε στις δύο και τις τρεις το πρωί. Εχουμε ζήσει απίστευτες καταστάσεις και τρέλλες μαζί. Και έχουμε περάσει ωραία. Οπως οι ξυπολησιές στην παραλιακή. Η βόλτες στο λούνα παρκ οι δυό μας. Και κλάμα, πολύ κλάμα με καψουροτράγουδα γιά άχρηστους. Και πολλές αγκαλιές. Και πολλά τραγούδια, τα ωραιότερα από την Ειρήνη τα μάθαινα. Η Ειρήνη πάντα μου φέρνει και όμορφα πράγματα, περιοδικά, δωράκια, λουλουδάκια. Η Ειρήνη να μου βγάζει τα φρύδια και να μου κάνει περιποίηση και μακιγιάζ γιά να είμαι όμορφη. Δεν έχω γνωρίσει πιό δοτικό άνθρωπο στην ζωή μου. Και πιό καλό.
Το Ειρηνάκι μου είναι μιά αγγελική ψυχή. Θα της εμπιστευόμουν και την ζωή μου. Είναι τρελλούτσικη, ασυνήθιστη, πρωτοποριακή, εντελώς καλλιτεχνικός τύπος. Είναι μονίμως περιτριγυρισμένη από όμορφα ζωηρά χρώματα. Είχα πάει σπίτι της προχθές, το τωρινό σπίτι της είναι όλο σε αποχρώσεις του ροζ. Είχε βάλει πλυντήριο. Και η μπουγάδα ροζ είναι, σκεφτόμουν και γέλαγα. Και προσπαθούσα να μην κλάψω και με δει.
Το Ειρηνάκι μου φεύγει. Και έχω πάθει σοκ. Σαν να ξυλώνουν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Μπορεί να μην μοιραζόμασταν πιά την καθημερινότητα αφού δεν ζούμε πιά στην ίδια πολυκατοικία, μπορεί να υπήρχαν περίοδοι που να χανόμασταν γιά ένα, δύο, άντε τρεις το πολύ μήνες, αλλά θα έσκαγε μύτη ξαφνικά. Κι' εγώ ήξερα πως είναι πάντα εκεί, στο πατρικό μας.
Πάντα ήξερα πως την αγαπούσα πολύ. Δεν ήξερα ποτέ όμως το πόσο.
"Πάντα πίστευα ρε γαμότο ότι θα γεράσουμε μαζί εμείς οι δύο" της είπα "μου είναι αδιανόητο ότι θα μας χωρίζει θάλασσα."
Με πονάει αφάνταστα αυτός ο αποχαιρετισμός. Αλλά ξέρω πως είναι γιά το καλό της. Η Αθήνα δεν έχει τίποτα να της προσφέρει πιά. Και η Ειρήνη ήταν πάντα ένας άνεμος. Εχει ανάγκη τις αλλαγές. Και χαίρομαι γι' αυτήν. Πάντα θαύμαζα τον τρόπο που άφοβα τα κλώτσαγε όλα και ξεκινούσε μιά καινούργια ζωή χωρίς δεύτερη σκέψη. Πάντα την θαύμαζα γιά όλα και θέλω να το ξέρει αυτό. Και δεν είναι η αγάπη που μιλάει.
"Και στο κάτω κάτω, που ξέρεις τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Μπορεί να σου έρθω στην Σύρο μιά μέρα" της είπα και της έδωσα ένα κεραμικό καραβάκι που της αγόρασα.
Καλό σου ταξίδι ψυχή μου.

Τρίτη, Ιούνιος 08, 2010

του άντρα του πολλά βαρύ



"Εσύ είσαι παιδί του μπαμπά σου, νυχτοπούλι" ή "Iδια ο πατέρας σου! Μα σε όλα;" κι' ακολουθούσαν οι συνήθεις χαρακτηρισμοί κι' ανάμεσα στ' αυτούς και το "του άντρα του πολλά βαρύ".
Επειδή τις νύχτες δεν κοιμόμασταν εγώ κι' εκείνος. Εκείνος γύρναγε από τις κοσμικές εξόδους τους, μπουζούκια, χαρτοπαιξίες, δεξιώσεις της χρυσής δεκαετίας του '60. Η μαμά έπεφτε γιά ύπνο κι' εγώ παρίστανα πως μόλις ξύπνησα (ενώ δεν είχα κοιμηθεί καθόλου). Πήγαινα στο γραφείο και τον αγκάλιαζα. Κατέβαζε τα κοκκάλινα γυαλιά του, τα φοράω εγώ τώρα, και άναβε ένα τσιγαράκι Παλλάς.
"Θέλεις;" με ρώταγε χαμογελώντας.
"Οχι καλέ μπαμπά" τον μάλωνα ξεκαρδισμένη.
Ομως μιά μέρα που ήταν στο μπάνιο δοκίμασα και πνίγηκα. Ουισκάκι πάντως είχα δοκιμάσει. Black & White, σ' εκείνα τα ποτήρια που είχαν τα δύο σκυλάκια, ένα μαύρο κι' ένα άσπρο. Και Johnie Walker. Είχα αποφασίσει πως δεν μου άρεσε καθόλου το ουίσκυ, αλλά θα μπορούσα να το ανεχτώ όταν θα μεγάλωνα. Εβρισκα εντελώς ξενέρωτα τα λικέρ που έπιναν οι κυρίες. Εξάλλου τo είδωλο μου εκείνης της εποχής ήταν η Νίνα, φίλη της μαμάς μου ακόμα και σήμερα. Την έβρισκα τρομερά γοητευτική και ήταν η μόνη που αναμετριόταν με τους άντρες, στον λόγο και στο ουίσκυ. Είχε και γκόμενο και τα είχα ακούσει όλα μιά μέρα που τα συζητούσαν με την μαμά μου. Εκτοτε όποτε είχαμε επισκέψεις εγώ ήμουνα κρυμμένη πίσω από μία πολυθρόνα. Και ήμουν πλήρως ενημερωμένη. Μα τι στην ευχή, σκεφτόμουν, η μόνη που δεν τα φοράει στον άντρα της είναι η μάνα μου;
Κατά μία έννοια λοιπόν ποτέ δεν υπήρξα παιδί. Ακόμα και τα προβλήματα του πατέρα μου με τις δουλειές ήξερα. Μου μιλούσε γιά τα πάντα. Κι' εγώ πάντα έβρισκα τις κουβέντες των μεγάλων πιό ενδιαφέρουσες από τα παιχνίδια. Βιαζόμουν να μεγαλώσω; Οχι. Ηθελα απλά να τα μάθω όλα.
Του άντρα του πολλά βαρύ, εσύ κι' ο πατέρας σου! Το βούτυρο το βιτάμ και μιά σειρά από αυτοκόλλητα που είχε στο καπάκι με γελιογραφίες του άντρα του πολύ βαρύ. Η μήπως ήταν το ΟΥΖΟ 12, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο πως τα είχαμε κολλήσει στην πόρτα του ψυγείου. Ανοιγα την πόρτα και έπαιρνα ένα μπουκάλι κρύο γάλα και έπινα από το μπουκάλι. Ναι μου έκαναν παρατηρήσεις, η μαμά, η θεία Βιβή, η νταντά, οι κοπέλλες που είχαμε στο σπίτι. Δεν γύρναγα καν να τους κοιτάξω. Τους έδειχνα τα αυτοκόλλητα και γύρναγα την πλάτη μου.
"Του άντρα του πολλά βαρύ μην του μιλάτε το πρωί" αργότερα στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή μου. Ολα αυτά τα ξενύχτια, αυπνίες, λατρεία της νύχτας, όπως θες πες το, είχαν σαν αποτέλεσμα να ξυπνάω λιγάκι βαρειά το πρωί. Και δεν άντεχα ν' ακούω λέξη όταν σηκωνόμουν. Ηθελα τουλάχιστον μιά ώρα γιά να συνέλθω. Οπως ο μπαμπάς μου.
Δεν ήθελα και πολλά στην ζωή μου. Να γίνω σαν τον πατέρα μου και τον θείο τον Ανδρέα. Ν' ακολουθήσω τις αξίες που μου έμαθαν. Κι' έτσι έμαθα, να είμαι κοριτσάκι, αλλά και να είμαι πιό άντρας από τους άντρες. Να έχω μπέσα. Να τιμάω την Πειραιώτικη φλέβα μου!
21 μήνες χωρίς τσιγάρο. Τι σόι άντρας πολλά βαρύς χωρίς την πρέζα μου! Ο μπαμπάς μου έκανε 4 πακέτα. Συγνώμη βρε μπαμπάκα αλλά το έκοψα.:)

Παρασκευή, Ιούνιος 04, 2010

It's simple things that make you smile



"Θα μείνετε ακίνητη και δεν θα καταπίνετε γιά 16-20 λεπτά. Πάρτε και αυτή τη φούσκα και πατήστε την αν δεν αισθάνεστε καλά".
Ολοι γύρω μου με τα προβλήματα τους που μοιάζουν άλυτα. Αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να τα σηκώσω κάποιες στιγμές. Και μετά σκέφτομαι πως δεν είναι δικά μου. Κι' εγώ έχω προβλήματα και φόβους αλλά προσπαθώ να μην τα σκέφτομαι, ούτε καν τα συζητάω με κανέναν. Οτι είναι να συμβεί, θα συμβεί και θα το αντιμετωπίσω όταν θα έρθει εκείνη η ώρα. Στο κάτω κάτω έχω περάσει εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις στο παρελθόν. Και έχω μάθει να είμαι ολιγαρκής. Ολα είναι απλά, είμαστε εμείς που είμαστε πολύπλοκοι. Κι' ίσως αν το συνειδητοποιήσουμε να είμαστε πιό ευτυχισμένοι.
Λίγο πολύ αυτά σκεφτόμουν μέσα στον μαγνητικό τομογράφο.
Εστριψα τον ώμο μου στον ύπνο μου (ειλικρινά δεν ξέρω πως τα κατάφερα)ένα μήνα πριν κι' έκτοτε έχω περάσει μιά ψιλοκόλαση από τους πόνους. Γαμότο 3 μαγνητικές και 2 ακτινογραφίες σε δύο μήνες! Δεν πρόλαβα να συνέλθω από το διαβητικό σοκ και με περίμενε νέα ταλαιπωρία. Η μαγνητική έτοιμη αλλά ο γιατρός μου στο εξωτερικό, θα γυρίσει την Δευτέρα. Υπομονή. Υπομονή. Υπομονή. Κάνω και τίποτα άλλο; Ολη μου η ζωή μιά υπομονή είναι τα τελευταία χρόνια.
Τι θέλω απ'την ζωή; Να είμαι καλά, να μην πονάω, να κολυμπάω κάθε μέρα, να είμαι ήρεμη και υγιής. Να περάσω ένα ήρεμο, χαρούμενο καλοκαίρι χωρίς να μ' ενδιαφέρει το τι θα χρειαστεί να αντιμετωπίσω στο μέλλον.

Πέμπτη, Ιούνιος 03, 2010

Δεν είμαι λεσβία



Αλλά το σκέφτομαι, με τέτοιους μαλάκες που κυκλοφορούνε.:PPP
Μα έχει πολλή πλάκα το όλο θέμα. Ανάμεσα στα τόσα ωραία σχόλια που μου έχουν αφήσει κατά καιρούς, το τελευταίο ήταν εντελώς ξεκαρδιστικό. Ελεγε λοιπόν fucking homosexual, και μου έφτιαξε τα κέφια. Μα εντελώς λέμε. Μόνο που κάποια στιγμή πρέπει ν' αποφασίσετε αν είμαι πόρνη ή λεσβία. Γιά να ξέρω κι' εγώ. Αντε γελάσαμε και σήμερα.