Μία εβδομάδα και κάτι πέρασε από την μέρα που γύρισα (την άλλη φορά που ήμουν εδώ) από την Εκατονταπυλιανή και της έδωσα ένα σταυρουδάκι που της αγόρασα. Και ξέσπασε σε κλάματα μόλις της το έδωσα. Κοίτα έχει ανθρωπιά τελικά μέσα της, σκέφτηκα. Η ποιός ξέρει τι κακίες σκέφτεται και ένοιωσε ενοχές. Παίζει κι' αυτό.
Εφτασα χθες τα μεσάνυχτα ταλαιπωρημένη από το ταξίδι και δεν βρήκα ένα σάντουιτς να με περιμένει. Ούτε μιά φέτα ψωμί στο πρωινό. Μόνο καφέ είχε. Φαίνεται είχε κρύψει την φρατζόλα από την οποία τρώει. Και τώρα το μεσημέρι γύρισα και βρήκα τις πόρτες του σπιτιού της κλειστές ενώ τις έχει πάντα ανοιχτές. Μην μπω φαίνεται και την πετύχω στο τραπέζι και της φάω το φαγητό της.
Χθες το βράδυ έφαγα ένα μπισκότο μπαγιάτικο, που ποιός ξέρει από πότε το είχε. Μάλιστα έδωσα μάχη γιατί ήθελε να μου το αρπάξει ο σκύλος. Ασε ρε, του είπα, εσύ μάλλον είσαι πιό χορτάτος από μένα.
Ενα ίδιο φρεσκότατο μπισκότο έφαγα και γιά πρωινό με τα 6 χάπια μου.Μένουμε έξω από το χωριό, τα ψώνια δεν είναι εύκολη υπόθεση, παίρνει ταξί και πάει και ψωνίζει ή τα παραγγέλνει και της τα φέρνουν. Δεν είχα την απαίτηση ούτε να με περιποιηθεί, ούτε να με ταίσει, ούτε να την επιβαρύνω οικονομικά (αν και το εισόδημα της δεν είναι διόλου γιά λύπηση). Κι' άλλη μιά φορά απόρησα. Μα υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι; Πότε θα πάψω να εκπλήσσομαι;
Ευτυχώς πήρα ένα μηχανάκι και θα περνάω όσο το δυνατόν λιγώτερο στο φιλόξενο ετούτο περιβάλλον. Αυτές οι διακοπές είναι ένα καλό crash test γιά να δω αν θ' αντέξω να ξαναζήσω εδώ στο μέλλον. Μπορώ να γίνω χοντρόπετση και να μην πληγώνομαι;
Σαν παραμύθι όμορφο, μου είπε η ξαδέλφη μου που είδε κάποτε φωτογραφίες από το σπίτι.
Ωραίο το παραμύθι, της απάντησα, αλλά έχει και δράκο.
Είναι ένα ωραίο σπίτι όμως λείπει η αγάπη. Ενα σπίτι δίχως ψυχή.

