Του είπα του βοριά
μην την κουνάς την αχλαδιά
και τ' άνθη της τα ρίξει
και πάψε να φυσάς μας τα' χεις πρήξει
γλυκά θε να φυσάς σαν χάδι
μπας και φάμε και κανένα αχλάδι.
Και διαμαρτύρομαι εντόνως
στην καρδούλα μ' έχει πιάσει πόνος
και πες μου που να πάω
ένα κοψίδι της προκοπής να φάω
καθάρισε το πεθερικόν απ' το πρωί
όλη την πέτσα απ' το αρνί
κι' έτσι γυμνό το μαγειρεύει
και πολύ με απογοητεύει
και θυμάμαι τις ξεροψημένες πέτσες
που' φαγα ένα Πάσχα στις Σπέτσες
και μου τρέχουνε τα σάλια
όσο βλέπω τα δικά μας χάλια.
Και με λύπη οι τρεις διαβητικοί
χωρίς λίπη τρώνε αρνί.
Αχλαδιά μου εσύ κουνήσου
κι' ήρεμα μετά κοιμήσου
γιά να δέσουν οι καρποί σου
με τ' άνθη σου να μας τρελλάνεις
και με τ' αχλάδια σου να μας γλυκάνεις.
Περιμένοντας το αρνί να βγει απ' τον φούρνο, χωρίς πέτσες (αν είναι δυνατόν λέμε)είπα να το διασκεδάσω λιγάκι. Λοιπόν πολύ εμπνέομαι στας εξοχάς, μεγαλούργησα πάλι. Αντε και χρόνια μας πολλά και του χρόνου αχ, βαχ, αρνί με πέτσες (μεγάλος ο καυμός να το χωνέψω δεν μπορώ).
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου