Κυριακή, Οκτώβριος 16, 2011

18/10



Είτε βραδιάζει, είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί.
Γιώργος Σεφέρης

Μόνο οι ψυχές μας έχουν μαυρίσει. Απότομα μπήκε το κρύο, πολύ νωρίς γιά να χειμωνιάσει από τώρα, έχω τρεις μέρες να κολυμπήσω και μ' έχει ρίξει ψυχολογικά, άσε που μασουλάω συνέχεια. Εχουμε μαζευτεί μέσα στο σπίτι και συζητάμε. Υποθέσεις και προτινόμενες λύσεις αλλά όλα είναι τόσο ρευστά, άσε τις αποφάσεις θα τις πάρουμε εκείνη την ώρα που εύχεσαι να μην έρθει, αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γιά να σταματήσεις τις εξελίξεις. Εύχομαι να μπορούσε να σταματήσει ο χρόνος τώρα σ' αυτές τις τελευταίες μέρες πριν την καταστροφή. Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας ένα πράγμα, φάε, πιές, γέλα γιατί αύριο μπορεί να μην...
Τι στην ευχή θ'απογίνουμε; Και καλά, εμείς έχουμε κάπου να πάμε όπου τουλάχιστον δεν θα πεινάσουμε. Τι θα γίνει όμως με τους δικούς μου; O αδελφός μου τώρα τελευταία άρχισε να μιλάει γιά αυτοκτονία. Σοκαρίστηκα. Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλη νύχτα. Διότι μπορεί ποτέ να μην τα πήγαμε καλά αλλά είναι αίμα μου και λυπάμαι (εκτός από όταν μου τα σπάει). Από την άλλη σκέφτομαι ότι είναι δειλός και ότι αγαπάει υπερβολικά τον εαυτό του γιά να τον βλάψει. Τουλάχιστον σ' αυτό δεν μου μοιάζει καθόλου! Απορώ πως γίνεται να έχουμε βγει από την ίδια μάνα και να είμαστε τόσο, μα τόσο διαφορετικοί. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι όταν θα πεθάνει η μητέρα μου είναι πιθανόν να μην ξαναμιλήσουμε ποτέ. Σίγουρα κάποια χοντράδα θα κάνει και θα με θυμώσει τόσο που δεν θα θέλω να τον ξαναδώ στα μάτια μου. Δεν γίνεται όμως να μην στεναχωριέμαι. Μακριά κι' αγαπημένοι αλλά θα ήθελα να ξέρω πως είναι καλά.
Πως να είναι όμως που είναι ένα χρόνο απλήρωτος και πριν από αυτό τους έδιναν μόνο μισό μισθό γιά ένα εξάμηνο. Ο άνθρωπος έφτασε στην εξαθλίωση, έφαγε και τις τελευταίες του οικονομίες που του είχαν απομείνει από την λαίλαπα του χρηματιστηρίου. Και είναι κρίμα και άδικο. Ενώ εγώ ξόδευα, ο Κωστής μάζευε.
"Θα πεθάνω μιά ώρα αρχίτερα" λέει η μάνα μου που θ' αναγκαστεί να ζήσει μαζί του. Μερικές φορές όμως λέει ότι θα έρθει να μείνει μαζί μου! Αυτό το μαρτύριο ούτε στον εχθρό μου! Ναι να έρθεις, του λέω, γιατί κι' εγώ σκέφτομαι να πάω Πάρο. Σιγά μην ερχόταν να μείνει μόνος του στην ερημιά, φοβάται!
"Σιγά ρε" του είπα "πρώτη φορά θα είναι; Εχουμε ξανακαταστραφεί και μάλιστα τότε ήταν χειρότερα αν αναλογιστείς τι χάσαμε".
"Ναι αλλά τότε εγώ είχα λεφτά στην τράπεζα" μου απάντησε.
Και πράγματι είχε αρκετά, κι' εγώ δεν είχα μία. Και φέρθηκες σαν μαλάκας, αλλά δεν είπα τίποτα. Οταν έκλεισε το εργοστάσιο ήρθε να μου γαμίσει και την δουλειά που είχα στήσει. Ηρθε και το έπαιζε αφέντης. Τα παράτησα όλα, του χάρισα τον κόπο μου, μιά επιχείρηση έτοιμη επειδή δεν μπορούσα ν' αναπνεύσω. Ξαναβρέθηκα στο ναδίρ, πείνασα αλλά ξανασηκώθηκα.
Και να' μαι τώρα να φοβάμαι τι θ' απογίνει και μήπως χρειαστεί να συν-υπάρξω μαζί του στο ίδιο σπίτι. Δεν ξέρω αν θ' άντεχα να γυρίσω την πλάτη μου και να φύγω μακριά. Και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ ότι θα τον λυπηθώ. Κι' ελπίζω να με λυπηθεί ο Θεός γιατί ειλικρινά δεν ξέρω αν θ' αντέξω άλλη καταπίεση στην ζωή μου.
Αυτά τα γιασεμάκια το τελευταίο ενθύμιο ενός καλοκαιριού που μάλλον ως περίεργο και μπερδεμένο θα το χαρακτήριζα. Χαίρομαι που τα πρόλαβα πριν παγώσουν.