Τρίτη, Ιανουάριος 10, 2012

απόγνωση


Ο Ιανουάριος υποτίθεται πως πρέπει να είναι ένας αισιόδοξος μήνας. Αλλά πως, όταν γύρω μου υπάρχει μόνο θάνατος, παντού θάνατος. Κι' οι κάμπιες ξεγελασμένες από τον ήλιο βγαίνουν νωρίς από τα κουκούλια τους. Κι' αυτό είναι κάτι που με αγχώνει αφάνταστα. Μ' έχει αρρωστήσει στην κυριολεξία! Που πάτε; Θα πεθάνετε!
Και είναι κάτι που δεν το αντέχω, να τις βλέπω να πεθαίνουν, να τις πατάνε τα σκυλιά ή ο Μιχάλης, μερικές είναι τόσο μικρές που δεν έχουν προλάβει να σχηματιστούν, δεν έχουν ελπίδα, αλλά όλο βγαίνουν περισσότερες. Δεν θα τα καταφέρετε, είσαστε τόσο μικρούλες!
Και πλησιάζει η μία την άλλη και φτιάχνουν ατέλειωτες σειρές και πάνε. Που στην ευχή πάνε πάνω στους τοίχους, πάνω στα μάρμαρα; Υποτίθεται ότι πρέπει να βρουν ένα ηλιόλουστο μέρος στο χώμα να κρυφτούν, μιά ατέλειωτη νύχτα μέχρι το καλοκαιρινό βράδυ που θα βγουν να ζήσουν. Ζωή! Δυό μέρες μόνο ζουν, ζευγαρώνουν και πεθαίνουν!
Λυπάμαι, λυπάμαι τόσο πολύ, κι' αυτό είναι ένα μαρτύριο που περνάω κάθε χρόνο. Ο θάνατος της κάμπιας που δεν θα γίνει ποτέ πεταλούδα, έστω κι' αν είναι μιά ασχημούλα νυχτοπεταλούδα που σε κανέναν δεν αρέσει. Μα είσαι τρελλή, μου λένε όλοι, αυτές είναι σκέτη καταστροφή, θα φάνε τα πεύκα, κι' εσύ υποτίθεται λατρεύεις τα δέντρα.
Και κάθε χρόνο τρέχω να σώσω όσες μπορώ, και βγαίνω τ' απογεύματα λίγο πριν νυχτώσει, τις βλέπω να πλησιάζουν η μία την άλλη, να προσπαθούν να ζεσταθούν, να μαζεύονται όλες σε μιά τεράστια αγκαλιά, τις μαζεύω σε κουτιά από παπούτσια, τις βάζω μέσα στο σπίτι να μην παγώσουν κατά την διάρκεια της νύχτας.
Το επόμενο πρωί θα βρω έναν πυκνό θάμνο ή θα τις πάω στην βελανιδιά που είναι έξω απ' την πόρτα μου, είναι το χώμα πιό μαλακό εκεί. Τις ακουμπάω εκεί με την ελπίδα πως κάποιες θα επιζήσουν.
Ομως φέτος δεν μπορώ, πονάω τόσο που δεν μπορώ ν' ασχοληθώ με τίποτα και κανέναν. Πρώτη φορά που δεν τρέχω με τα χαρτόκουτα να τις μαζέψω. Δεν μπορώ να σώσω τον εαυτό μου, πως να σώσω κάποιο άλλο πλάσμα; Παλεύω με τ' αντικαταθλιπτικά και δεν φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα, στην αρχή κάτι γινόταν, τώρα πάλι βουλιάζω.
Κι' είναι κι' αυτός ο θάνατος παντού, παντού κάμπιες νεκρές, κλείνω τα μάτια μου να μην τις βλέπω! Θεέ μου πόσο λυπάμαι! Μακάρι να μπορούσα να λυπηθώ τον εαυτό μου και να μην τον σκοτώνω, αλλά ούτε αυτό δεν μπορώ.
Ακουσα το δελτίο ειδήσεων, αύριο θα χαλάσει ο καιρός, έρχεται παγωνιά, όσες κάμπιες δεν προλάβουν να κρυφτούν, θα πεθάνουν. Κι' εγώ θα βρίσκω τα κουβαριασμένα κουφάρια τους. Και λυπάμαι, πόσο λυπάμαι που φέτος δεν έκανα τίποτα, ίσως πιά δεν είμαι καλός άνθρωπος. Κι' η άνοιξη αργεί τόσο πολύ, κι' εσείς γιατί βγήκατε τόσο νωρίς;
Και το αμείλικτο ερώτημα, πάντα παρόν, απαιτεί μιά απάντηση.

Ιανουάριος 2011
Το είχα γράψει πέρισυ και το είχα κρύψει στο χώμα. Αντε καιρός να βγει κι' αυτό, να ζήσει τις δυό μέρες του.

2 σχόλια:

Summertime Blues είπε...

είναι ένας καλός τρόπος ν αρχίσει ο χρόνος. απ το μηδέν. απ το ν ατενίζεις κάποιες στιγμές αυτό το αμείλικτο μηδέν. τουλάχιστον εκεί υπάρχει περιθώριο βελτίωσης!
ωραίες οι σκέψεις σου ακόμη κι αν δεν είναι επίκαιρες.
έτσι κι αλλιώς φέτος ο χρόνος είναι από μόνος του "επικίνδυνος". είναι ή όχι; θα δούμε!

ziniania είπε...

Μα δεν πρεπει να στεναχωριεσαι με το καθε τι, αυτες οι καμπιες που λες οτι σχηματιζουν ουρες λεγονται καμπια των πευκων η πιτυοκαμπη η καμπια λιτανευουσα και ειναι ενα απο τους σημαντικοτερους εχθρους του πευκου. Οι προνυμφες σχηματιζουν αυτα τα μεταξινα κουκουλια που βλεπουμε στα κλαδια.
προκαλουν αλλεργικες αντιδρασεις και το χαρακτηριστικο τους ειναι οτι σχηματιζουν ουρες σαν λιτανεια.Δηλαδη καταστρεφουν τα πευκα που ο γατουλης σου ηταν σκαρφαλωμενος τις προαλλες.
Αντιγονη